Επεκτείνοντας επιθετικά την παρουσία της σε στρατηγικούς τεχνολογικούς τομείς, η κυβέρνηση Τραμπ βάζει τώρα στο στόχαστρο την κβαντική υπολογιστική, έναν κλάδο που εξακολουθεί να κινείται ανάμεσα στις τεράστιες προσδοκίες και την αβεβαιότητα για την εμπορική του ωριμότητα.
Ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι θα διαθέσει κρατικές επιχορηγήσεις σε εννέα εταιρείες κβαντικών τεχνολογιών, αποκτώντας σε αντάλλαγμα μειοψηφικά μετοχικά ποσοστά. Ανάμεσα στους βασικούς ωφελημένους βρίσκεται μια νέα θυγατρική της IBM, ενώ το συνολικό ύψος των συμφωνιών φτάνει τα 2 δισ. δολάρια.
Η κίνηση εντάσσει ουσιαστικά την κβαντική υπολογιστική στο ίδιο στρατηγικό χαρτοφυλάκιο με τους ημιαγωγούς, τη χαλυβουργία, την πυρηνική ενέργεια και τις σπάνιες γαίες, τομείς που η Ουάσιγκτον θεωρεί κρίσιμους τόσο για την οικονομική ισχύ όσο και για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη ακολουθήσει παρόμοιο μοντέλο παρεμβάσεων τον τελευταίο χρόνο. Στη συμφωνία εξαγοράς της US Steel από τη Nippon Steel εξασφάλισε τη λεγόμενη «χρυσή μετοχή», αποκτώντας ειδικά δικαιώματα παρέμβασης, ενώ παράλληλα απέκτησε και ποσοστό 8% στην πυρηνική εταιρεία Westinghouse.
Η πιο ηχηρή έως τώρα επένδυση ήταν εκείνη στην Intel. Από την ανακοίνωση της συμφωνίας τον Αύγουστο η μετοχή της εταιρείας εκτοξεύθηκε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αποφέροντας σε λογιστική βάση ανεκμετάλλευτα κέρδη άνω των 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το αμερικανικό Δημόσιο, κάτι που ο Τραμπ έχει επανειλημμένα προβάλει δημόσια.
Από τις σπάνιες γαίες στους κβαντικούς υπολογιστές
Το μοντέλο που εφαρμόζεται τώρα στην κβαντική τεχνολογία θυμίζει έντονα τις κρατικές παρεμβάσεις στον κλάδο των σπάνιων γαιών, όπου οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από την κινεζική κυριαρχία.
Τον τελευταίο χρόνο, η Ουάσιγκτον απέκτησε συμμετοχές σε εταιρείες όπως η Vulcan Elements, η MP Materials και η USA Rare Earth, δημιουργώντας ένα πλέγμα κρατικών επενδύσεων σε κρίσιμες πρώτες ύλες για τη βιομηχανία ηλεκτρονικών και αμυντικών τεχνολογιών.
Συνολικά, η κυβέρνηση διαθέτει πλέον ποσοστά από 5% έως 15% σε τουλάχιστον πέντε εταιρείες του κλάδου των σπάνιων γαιών. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται τώρα και στην κβαντική υπολογιστική: κρατική χρηματοδότηση προς τεχνολογικά ριψοκίνδυνες ή νεοφυείς εταιρείες, με αντάλλαγμα μειοψηφική συμμετοχή.
Η μεγαλύτερη συμφωνία αφορά τη νέα εταιρεία της IBM, με την ονομασία Anderon, η οποία θα δημιουργήσει, σύμφωνα με την εταιρεία, την πρώτη εξειδικευμένη μονάδα παραγωγής κβαντικών μικροτσίπ στις ΗΠΑ, στο Όλμπανι της Νέας Υόρκης.
Η IBM διευκρίνισε ότι το αμερικανικό Δημόσιο δεν αποκτά συμμετοχή στη μητρική εταιρεία, αλλά αποκλειστικά στη νέα αυτόνομη οντότητα Anderon.
Από τα συνολικά 2 δισ. δολάρια του προγράμματος, το 1 δισ. κατευθύνεται στο εγχείρημα της IBM, ενώ άλλα 375 εκατ. δολάρια θα δοθούν στη GlobalFoundries, ποσοστό που μεταφράζεται σε περίπου 1% συμμετοχή του κράτους στην εταιρεία.
Εθνική ασφάλεια και χρηματιστηριακός ενθουσιασμός
Στο πρόγραμμα συμμετέχουν επίσης εταιρείες όπως η D-Wave Quantum, η Rigetti Computing και η Infleqtion, οι οποίες εξασφάλισαν συμφωνίες ύψους περίπου 100 εκατ. δολαρίων η καθεμία.
Σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση, όλες οι συμφωνίες προβλέπουν «μειοψηφική, μη ελεγκτική συμμετοχή» του Δημοσίου, με στόχο αφενός την ενίσχυση στρατηγικών βιομηχανιών και αφετέρου την απόδοση κερδών στους Αμερικανούς φορολογουμένους.
Η αγορά αντέδρασε άμεσα στις ανακοινώσεις. Η μετοχή της IBM κατέγραψε άνοδο άνω του 7%, ενώ άλλες εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα σημείωσαν κέρδη έως και 20%.
Γίνεται έτσι ξεκάθαρο, ότι η κβαντική υπολογιστική δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα μακρινό επιστημονικό στοίχημα, αλλά ως -άλλη μία- κρίσιμη τεχνολογία γεωπολιτικής ισχύος, ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα για την επόμενη γενιά υπολογιστικής και αμυντικής υπεροχής.