Να αποκτήσει το 5% της OpenAI φέρεται να πρότεινε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Σαμ Άλτμαν, σε μια προσπάθεια να αμβλύνει τις αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις από την Ουάσιγκτον για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, η συμμετοχή αυτή θα είχε σήμερα αξία περίπου 42,6 δισ. δολαρίων, με βάση την αποτίμηση των 852 δισ. δολαρίων που πέτυχε η OpenAI μετά τον τελευταίο γύρο χρηματοδότησής της τον Μάρτιο, τον μεγαλύτερο στην ιστορία για εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, ο Σαμ Άλτμαν υποστήριξε ότι η συμμετοχή του αμερικανικού Δημοσίου στην εταιρεία αποτελεί τον καλύτερο τρόπο ώστε οι πολίτες να επωφεληθούν οικονομικά από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Η πρόταση παρουσιάστηκε στις πρώτες συζητήσεις με την κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στις αρχές του 2025 και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα αποκτούσε μέσω ειδικού κρατικού επενδυτικού φορέα ποσοστό 5% σε καθεμία από τις κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.
Το ίδιο μοντέλο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε άλλους μεγάλους παίκτες του κλάδου, όπως οι Anthropic, Google και Meta. Ωστόσο, παραμένει άγνωστο εάν οι συγκεκριμένες εταιρείες θα αποδέχονταν μια τέτοια πρόταση.
Μέχρι στιγμής, ούτε ο Λευκός Οίκος ούτε οι OpenAI, Anthropic, Google και Meta έχουν σχολιάσει τις πληροφορίες.
Οι πιέσεις προς τις αμερικανικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης έχουν ενταθεί το τελευταίο διάστημα, καθώς η Ουάσιγκτον εκφράζει αυξανόμενες ανησυχίες τόσο για ζητήματα κυβερνοασφάλειας που σχετίζονται με τα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, όσο και για τον εντεινόμενο ανταγωνισμό από κινεζικά μοντέλα ανοικτού κώδικα, τα οποία προσεγγίζουν τις επιδόσεις των κορυφαίων αμερικανικών συστημάτων με σημαντικά χαμηλότερο κόστος.
Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της Anthropic, η οποία τον προηγούμενο μήνα ανέστειλε προσωρινά την πρόσβαση στα πλέον προηγμένα μοντέλα της, Mythos και Fable, προκειμένου να συμμορφωθεί με οδηγία της αμερικανικής κυβέρνησης για ελέγχους στις εξαγωγές τεχνολογίας. Την Τρίτη, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι έλαβε το «πράσινο φως» για επαναφορά τους, αφού αντιμετώπισε τις ανησυχίες των αμερικανικών αρχών σχετικά με την ασφάλεια.
Οι συζητήσεις για ενδεχόμενη συμμετοχή του αμερικανικού Δημοσίου στην OpenAI διαρκούν περισσότερο από έναν χρόνο. Τον Απρίλιο, η εταιρεία είχε παρουσιάσει επίσης την ιδέα δημιουργίας ενός «Ταμείου Δημόσιου Πλούτου» (Public Wealth Fund), το οποίο θα κατείχε συμμετοχές σε εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και θα διανέμει τα οικονομικά οφέλη της ανάπτυξής τους στους πολίτες.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη αποκτήσει συμμετοχές σε ιδιωτικές επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, επενδύοντας μεταξύ άλλων στην Intel, στην IBM και σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους τομείς της κβαντικής τεχνολογίας και των κρίσιμων ορυκτών.
Ειδικότερα, το αμερικανικό Δημόσιο απέκτησε ποσοστό 10% στην Intel, μετά από επένδυση 8,9 δισ. δολαρίων τον Αύγουστο του προηγούμενου έτους. Τον Μάιο, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει ότι θα έπρεπε να είχε ζητήσει ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής, χαρακτηρίζοντας την κρατική συμμετοχή σε κορυφαίες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης ως «ένα όμορφο πράγμα» που θα καθιστούσε τους Αμερικανούς «συνεταίρους σε αυτή την επανάσταση».