Σημαντικό διπλωματικό και πολιτικό κέρδος κατέγραψε η Ουκρανία στην προσπάθειά της να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι Βρυξέλλες έδωσαν επίσημα το πράσινο φως για την έναρξη της επόμενης φάσης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Η εξέλιξη έρχεται μετά από μήνες στασιμότητας και θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για το Κίεβο, το οποίο βλέπει την ευρωπαϊκή προοπτική όχι μόνο ως οικονομική και πολιτική επιλογή, αλλά και ως στρατηγική ασπίδα απέναντι στη ρωσική επιρροή και επιθετικότητα.
Καθοριστικό ρόλο στην επανεκκίνηση της διαδικασίας έπαιξε η πολιτική αλλαγή στην Ουγγαρία. Ο πρώην πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος θεωρούνταν ο στενότερος σύμμαχος της Ρωσίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε επί μακρόν μπλοκάρει την πρόοδο των ενταξιακών συνομιλιών της Ουκρανίας. Η εκλογική του ήττα και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Πέτερ Μάγκιαρ αφαίρεσαν ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετώπιζε το Κίεβο στις Βρυξέλλες.
Σε συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έδωσαν επίσημα το έναυσμα για την αξιολόγηση του πρώτου πακέτου μεταρρυθμίσεων που πρέπει να ολοκληρώσει η Ουκρανία, ενώ αντίστοιχη πρόοδο κατέγραψε και η Μολδαβία.
Οι πρώτες μεταρρυθμίσεις που ζητά η Ε.Ε.
Το αρχικό στάδιο της διαδικασίας αφορά τα λεγόμενα «θεμελιώδη» κεφάλαια της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Η Ουκρανία καλείται να αποδείξει ότι ενισχύει το κράτος δικαίου, προστατεύει θεμελιώδη δικαιώματα όπως η ελευθερία της έκφρασης και η ιδιωτικότητα, ενώ παράλληλα βελτιώνει τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τις δημόσιες συμβάσεις και τη στατιστική διακυβέρνηση. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές αποτελούν προϋπόθεση για να προχωρήσει η χώρα στα επόμενα στάδια της ενταξιακής διαδικασίας.
Η Ουκρανία απέκτησε επίσημα καθεστώς υποψήφιας προς ένταξη χώρας τον Ιούνιο του 2022, λίγους μήνες μετά τη ρωσική εισβολή. Η απόφαση είχε τότε έντονο πολιτικό συμβολισμό και ερμηνεύθηκε ως μήνυμα στήριξης προς το Κίεβο. Ωστόσο, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούσαν εξαρχής ότι η πλήρης ένταξη βρισκόταν αρκετά χρόνια μακριά.
Παρά τις δυσκολίες, η ουκρανική κυβέρνηση συνέχισε να συνεργάζεται με τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην καταπολέμηση της διαφθοράς και στον εκσυγχρονισμό των θεσμών.
Η ένταξη δεν θα έρθει σύντομα
Παρά τη νέα δυναμική, κανείς στις Βρυξέλλες δεν θεωρεί ρεαλιστικό ένα γρήγορο χρονοδιάγραμμα ένταξης. Η διαδικασία προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιλαμβάνει περισσότερα από 30 κεφάλαια μεταρρυθμίσεων, τα οποία χωρίζονται σε έξι μεγάλες θεματικές ενότητες. Η Ουκρανία βρίσκεται ακόμη στην αρχή αυτής της πορείας.
Σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων απαιτεί κατά μέσο όρο περίπου εννέα χρόνια. Ο ίδιος ο Ούγγρος πρωθυπουργός Πέτερ Μάγκιαρ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η ουκρανική ένταξη ενδέχεται να χρειαστεί ακόμη και 10 έως 15 χρόνια, ενώ έχει ξεκαθαρίσει ότι η τελική στήριξη της Βουδαπέστης θα εξαρτηθεί από δημοψήφισμα με δεσμευτικό χαρακτήρα.
Οι ιδέες για ενδιάμεση ευρωπαϊκή ένταξη
Το τελευταίο διάστημα έχουν κατατεθεί διάφορες προτάσεις που θα μπορούσαν να προσφέρουν στην Ουκρανία περισσότερα οφέλη πριν από την πλήρη ένταξή της. Μία από αυτές προήλθε από τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος πρότεινε ένα καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους», που θα επέτρεπε στην Ουκρανία να συμμετέχει σε ευρωπαϊκές διαδικασίες χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Η πρόταση δεν συγκέντρωσε ευρεία υποστήριξη, καθώς αρκετές χώρες εκτιμούν ότι θα δημιουργούσε ένα ασαφές και πολιτικά προβληματικό προηγούμενο.
Παράλληλα, το Βερολίνο και το Παρίσι προωθούν μια διαφορετική ιδέα: τη σταδιακή ενσωμάτωση των υποψήφιων χωρών στην ενιαία αγορά της Ε.Ε., με ευνοϊκότερους εμπορικούς όρους και πρόσβαση σε ορισμένα ευρωπαϊκά οφέλη πριν από την ολοκλήρωση της ένταξης.
Παρά τη στήριξη που απολαμβάνει η Ουκρανία, αρκετά κράτη-μέλη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα μια ταχεία διεύρυνση της Ένωσης.
Ο πρώτος λόγος αφορά την οικονομία. Η Ουκρανία είναι μια μεγάλη χώρα με ισχυρό αγροτικό τομέα και κατά κεφαλήν εισόδημα σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ένταξή της θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών ταμείων και να αυξήσει τον ανταγωνισμό για τους αγρότες άλλων χωρών.
Ο δεύτερος λόγος είναι πολιτικός. Η εμπειρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Ουγγαρία ανέδειξε τους κινδύνους που μπορεί να δημιουργήσει ένα κράτος-μέλος όταν απομακρύνεται από τις δημοκρατικές αρχές και μπλοκάρει αποφάσεις που απαιτούν ομοφωνία.
Παρότι η Ουκρανία έχει σημειώσει πρόοδο, εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τη διαφθορά, τη θεσμική λογοδοσία και τη λειτουργία των δημοκρατικών ελέγχων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν όταν η κυβέρνηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιχείρησε πέρυσι να περιορίσει τις αρμοδιότητες ανεξάρτητων μηχανισμών καταπολέμησης της διαφθοράς, απόφαση που τελικά ανακλήθηκε.
Η στρατηγική σημασία για την Ευρώπη
Παρά τις δυσκολίες, η ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας θεωρείται στρατηγικής σημασίας τόσο για το Κίεβο, όσο και για τις Βρυξέλλες.
Η ένταξη της χώρας θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να ενισχύσει την ασφάλεια στην ανατολική πτέρυγα της Ευρώπης, να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή και να παγιώσει τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της Ουκρανίας προς τη Δύση.
Για την ώρα, όμως, η πρόσφατη απόφαση αποτελεί περισσότερο ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός παρά μια άμεση προαναγγελία ένταξης.
Το μήνυμα των Βρυξελλών είναι σαφές: η πόρτα έχει ανοίξει, αλλά η είσοδος θα εξαρτηθεί από το βάθος και τη συνέπεια των μεταρρυθμίσεων που θα υλοποιήσει η Ουκρανία τα επόμενα χρόνια.