Διεθνή

Ισραήλ: Οι δύσκολες συμμαχίες που θα κρίνουν την πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου


Με απώλειες στις εκλογές, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αναζητά συμμάχους για να εξασφαλίσει κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά προσκρούει σε παλιές αντιπαραθέσεις και έλλειμμα εμπιστοσύνης

Η πολιτική επιβίωση του Μπενιαμίν Νετανιάχου περνά από μια δύσκολη διαδικασία διαπραγματεύσεων, καθώς το αποτέλεσμα των ισραηλινών εκλογών αποδυνάμωσε την κυβερνητική του συμμαχία, χωρίς να αναδείξει έναν ξεκάθαρο νικητή. Οι παλιές πολιτικές ρήξεις, η δυσπιστία των πρώην συνεργατών του και η ενίσχυση της αντιπολίτευσης δυσκολεύουν τις κινήσεις του.

Το Λικούντ παραμένει πρώτο κόμμα με 27 έδρες, παρά την απώλεια σχεδόν του ενός έκτου της κοινοβουλευτικής του δύναμης. Το ευρύτερο μπλοκ της δεξιάς και των υπερορθόδοξων κομμάτων υπέστη ακόμη μεγαλύτερες απώλειες, διατηρώντας πάντως προβάδισμα πέντε εδρών έναντι του βασικού αντιπολιτευτικού συνασπισμού. Για να εξασφαλίσει την εξουσία, ο Νετανιάχου χρειάζεται 61 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ και θα πρέπει πρώτα να λάβει από τον πρόεδρο του Ισραήλ την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.

Οι επιλογές του είναι περιορισμένες. Μπορεί να επιχειρήσει να προσελκύσει τουλάχιστον οκτώ βουλευτές από το αντίπαλο στρατόπεδο, προκειμένου να διευρύνει τον σημερινό κυβερνητικό συνασπισμό, ή να επιδιώξει μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με επικεφαλής της αντιπολιτευτικής πλευράς τον πρώην αρχηγό των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, ηγέτη του κεντροδεξιού κόμματος Γιάσαρ. Το δεύτερο σενάριο θα απαιτούσε σημαντικές υποχωρήσεις από τον Νετανιάχου, ιδίως σε ζητήματα όπως η αμφιλεγόμενη δικαστική μεταρρύθμιση.

Το σενάριο της κυβέρνησης εθνικής ενότητας

Ο Άιζενκοτ έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Νετανιάχου. Μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, συμμετείχε στην κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης, μαζί με τον πρώην υπουργό Άμυνας Μπένι Γκαντς, προκειμένου να συμβάλει στη διαχείριση της κρίσης στη Γάζα. Οκτώ μήνες αργότερα, και οι δύο αποχώρησαν, κατηγορώντας τον πρωθυπουργό ότι δεν είχε διαμορφώσει σχέδιο εξόδου από τη σύγκρουση, ούτε διπλωματικό οδικό χάρτη για το μέλλον της περιοχής.

Η προσωπική ρήξη βάθυνε όταν ο Νετανιάχου αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη για την αποτυχία αποτροπής της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου, επιρρίπτοντας ευθύνες στη στρατιωτική ηγεσία. Ο Άιζενκοτ, ο οποίος έχασε τον γιο του στις επιχειρήσεις στη Γάζα, αμφισβήτησε ανοιχτά την πολιτική νομιμοποίηση του πρωθυπουργού και δημιούργησε το Γιάσαρ με στόχο την απομάκρυνσή του από την εξουσία.

Μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας θα μπορούσε να συγκεντρώσει ευρύτερη κοινοβουλευτική στήριξη. Εάν ο Άιζενκοτ συνεργαζόταν και με δύο αραβικά κόμματα που αντιτίθενται στον Νετανιάχου, η αντιπολιτευτική συμμαχία θα έφθανε τις 67 έδρες. Ωστόσο, ορισμένα εβραϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν ήδη αποκλείσει μια τέτοια συνεργασία. Επιπλέον, ο Νετανιάχου θα έπρεπε να εγκαταλείψει ορισμένες από τις πιο αμφιλεγόμενες πολιτικές της κυβέρνησής του, προκειμένου να προσελκύσει κεντρώες δυνάμεις.

Το μεγάλο εμπόδιο της πολιτικής δυσπιστίας

Το πρόβλημα για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό είναι ότι οι προηγούμενες συνεργασίες του με κεντρώους πολιτικούς δεν είχαν θετική κατάληξη για τους εταίρους του. Το 2014 απέπεμψε τους κεντρώους υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, οδηγώντας στη διάλυση της Βουλής και σε πρόωρες εκλογές. Το 2020, ο Μπένι Γκαντς συμφώνησε σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας με εναλλασσόμενη πρωθυπουργία, αλλά η συνεργασία κατέρρευσε επτά μήνες αργότερα, έπειτα από παραβιάσεις συμφωνιών που είχαν αποτελέσει προϋπόθεση για τη συμμετοχή του. Η εμπειρία αυτή έχει ενισχύσει την επιφυλακτικότητα των πιθανών συμμάχων του Νετανιάχου, καθώς μια νέα συνεργασία μαζί του θεωρείται από ορισμένους πολιτικό ρίσκο.

Ακόμη δυσκολότερη είναι η προσέγγιση δύο δεξιών πολιτικών που θα μπορούσαν ιδεολογικά να στηρίξουν μια νέα κυβέρνηση: του Ναφτάλι Μπένετ, επικεφαλής του κόμματος Μαζί, και του Άβιγκντορ Λίμπερμαν, ηγέτη του Ισραέλ Μπεϊτενού. Και οι δύο υπήρξαν στενοί συνεργάτες του Νετανιάχου, αλλά εξελίχθηκαν σε σφοδρούς αντιπάλους του.

Ο Λίμπερμαν, ο οποίος είχε συμβάλει στην πρώτη εκλογική νίκη του πρωθυπουργού το 1996, αποχώρησε από το Λικούντ μετά από προσωπική ρήξη στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Έκτοτε συμμετείχε ή αποχώρησε από πέντε κυβερνήσεις υπό τον Νετανιάχου, ενώ το 2018 συνέβαλε στην πτώση της κυβέρνησης, διαφωνώντας με την πολιτική της απέναντι στη Χαμάς. Σήμερα αποκλείει τη συμμετοχή του σε συνασπισμό με τα υπερορθόδοξα κόμματα, τα οποία χαρακτηρίζει «μεσσιανιστές».

Ο Μπένετ, από την πλευρά του, είχε διατελέσει πρωθυπουργός το 2021, επικεφαλής μιας ετερόκλητης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε με βασικό κοινό στόχο την απομάκρυνση του Νετανιάχου. Οι προσωπικές σχέσεις των δύο ανδρών παραμένουν ιδιαίτερα τεταμένες, με τον σημερινό πρωθυπουργό να έχει ασκήσει δημόσια σκληρή κριτική στον πρώην συνεργάτη του ακόμη και στην αυτοβιογραφία του.

Εάν τελικά ο Νετανιάχου δεν καταφέρει να συγκροτήσει κυβέρνηση, οι πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι θα ποντάρει στην αδυναμία και της αντιπολίτευσης να εξασφαλίσει πλειοψηφία. Σε αυτή την περίπτωση θα παραμείνει επικεφαλής υπηρεσιακής κυβέρνησης, με το ενδεχόμενο νέων εκλογών να παραμένει ανοιχτό. Μια νέα εκλογική αναμέτρηση, μάλιστα, θα μπορούσε να του προσφέρει την ευκαιρία να ανακτήσει μέρος των απωλειών του.

Photo by Levi Meir Clancy on Unsplash

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα