Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να μετατρέψει την ειρηνευτική διαπραγμάτευση με το Ιράν σε συνολική επαναπροσέγγιση των διμερών σχέσεων, προσφέροντας άρση κυρώσεων και οικονομικές επενδύσεις, με αντάλλαγμα περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και μια θεμελιώδη αλλαγή στάσης της Τεχεράνης απέναντι στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η ιστορία των αμερικανοϊρανικών σχέσεων δείχνει ότι η οικονομική συνεργασία δεν αρκεί για να ανατρέψει δεκαετίες ιδεολογικής αντιπαράθεσης και εσωτερικών αντιστάσεων.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος έχει αναλάβει κατ' εντολή του Ντόναλντ Τραμπ τον συντονισμό των διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη, παρουσιάζει μια ιδιαίτερα φιλόδοξη προοπτική για τις σχέσεις των δύο χωρών.
Σύμφωνα με την αμερικανική προσέγγιση, το Ιράν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε σημαντικά κεφάλαια για την ανοικοδόμηση της οικονομίας του, να απαλλαγεί από το καθεστώς των κυρώσεων και να επανενταχθεί στις διεθνείς αγορές, εφόσον αποδεχθεί μακροχρόνιους περιορισμούς στο πυρηνικό του πρόγραμμα και εγκαταλείψει πολιτικές που επί δεκαετίες τροφοδοτούν την αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον.
Το προσωρινό μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη τον Ιούνιο προβλέπει πρόγραμμα ανοικοδόμησης 300 δισ. δολαρίων και πλήρη άρση των κυρώσεων, με αντάλλαγμα τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος.
Ωστόσο, η αμερικανική πλευρά ξεκαθαρίζει ότι τα σημαντικότερα οικονομικά οφέλη θα δοθούν μόνο εφόσον η Τεχεράνη εγκαταλείψει και την πολυετή αντιπαλότητα με τις ΗΠΑ, καθώς και τη στήριξη σε ένοπλες οργανώσεις στη Μέση Ανατολή.
Το προηγούμενο του 2015 ως προειδοποίηση
Η αισιοδοξία της Ουάσιγκτον συνοδεύεται από έντονες επιφυλάξεις, καθώς η ιστορία έχει δείξει ότι η οικονομική προσέγγιση δεν οδηγεί απαραίτητα σε πολιτική μεταμόρφωση του Ιράν.
Το 2015, η κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα είχε συνδέσει επίσης την άρση των κυρώσεων με περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα, εκτιμώντας ότι η οικονομική ανάπτυξη θα ενίσχυε τις πιο πραγματιστικές δυνάμεις στο εσωτερικό της χώρας.
Τότε, ο πρόεδρος Χασάν Ρουχανί επιχείρησε να προσελκύσει επενδύσεις από την ιρανική διασπορά, καλώντας επιχειρηματίες, επιστήμονες και στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα να επιστρέψουν και να συμβάλουν στην ανάπτυξη της χώρας.
Η προσπάθεια, όμως, δεν απέδωσε. Παρά την υπογραφή της συμφωνίας, οι ισχυροί μηχανισμοί ασφαλείας και το θρησκευτικο-στρατιωτικό κατεστημένο αντιμετώπισαν με καχυποψία την είσοδο ξένων κεφαλαίων, θεωρώντας ότι αποτελούσαν δίαυλο δυτικής επιρροής.
Ακολούθησε κύμα συλλήψεων πολιτών με διπλή υπηκοότητα, επιχειρηματιών και ξένων επισκεπτών, πολλοί από τους οποίους κατηγορήθηκαν για κατασκοπεία, αποθαρρύνοντας ουσιαστικά οποιαδήποτε σοβαρή επενδυτική δραστηριότητα.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω το 2018, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά την πρώτη του προεδρική θητεία, απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία και επανέφερε τις αμερικανικές κυρώσεις.
Νέοι ηγέτες και αμφιβολίες για αλλαγή πορείας
Η σημερινή συγκυρία είναι διαφορετική, καθώς ο πόλεμος άλλαξε ριζικά την πολιτική ηγεσία του Ιράν. Μετά τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και κορυφαίων στρατιωτικών διοικητών κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, την εξουσία ανέλαβε ο γιος του, Αγιατολάχ Μοτζτάμπα Χαμενεΐ.
Η αμερικανική κυβέρνηση εκτιμά ότι η νέα ηγεσία ίσως δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην οικονομική ανάπτυξη και στη σταθερότητα του καθεστώτος, παρά στην ιδεολογική σύγκρουση με τη Δύση. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τους νέους Ιρανούς ηγέτες «λογικούς» και «λιγότερο ριζοσπαστικούς».
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί. Η οικονομία του Ιράν εξακολουθεί να ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης και από ισχυρούς ημικρατικούς οργανισμούς που συνδέονται με το θρησκευτικό κατεστημένο. Μια πραγματική απελευθέρωση της οικονομίας και η είσοδος ανεξάρτητων ξένων επενδύσεων θα μπορούσαν να περιορίσουν την οικονομική και πολιτική επιρροή τους, γεγονός που δημιουργεί ισχυρά αντικίνητρα για βαθιές μεταρρυθμίσεις.
Παράλληλα, ο πρόσφατος πόλεμος φαίνεται να ενίσχυσε την πεποίθηση σημαντικού μέρους του ιρανικού μηχανισμού ασφαλείας ότι η διατήρηση των περιφερειακών συμμάχων και των ένοπλων οργανώσεων που υποστηρίζει η Τεχεράνη εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής ασφάλειας.
Έτσι, παρότι υπάρχουν ενδείξεις ότι μια νεότερη γενιά στελεχών δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην αποτελεσματική διακυβέρνηση και στην οικονομία, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής σαφείς ενδείξεις ότι το Ιράν είναι έτοιμο να εγκαταλείψει τις βασικές στρατηγικές επιλογές που καθορίζουν τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες.
Το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων θα εξαρτηθεί, επομένως, όχι μόνο από τους όρους της συμφωνίας, αλλά και από την πρόθεση της νέας ηγεσίας της Τεχεράνης να αμφισβητήσει ένα πολιτικό και οικονομικό μοντέλο που παραμένει βαθιά συνδεδεμένο με την ίδια την ταυτότητα του ιρανικού καθεστώτος.