Έναν νέο παράγοντα κινδύνου για τις αγορές και την παγκόσμια οικονομία αναδεικνύει το Reuters, καθώς οι πραγματικές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα που παραπέμπουν σε εποχές πριν από τη μεγάλη περίοδο των μηδενικών επιτοκίων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας συνδυασμός που προβληματίζει ολοένα περισσότερο τις κεντρικές τράπεζες: από τη μία πλευρά οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις εκδόσεις χρέους για να χρηματοδοτήσουν τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και, από την άλλη, οι τεχνολογικοί κολοσσοί αυξάνουν με πρωτοφανείς ρυθμούς τις επενδύσεις τους στην τεχνητή νοημοσύνη.
Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερη ζήτηση για κεφάλαια και ταυτόχρονα μεγαλύτερη προσφορά ομολόγων, εξέλιξη που ασκεί ανοδικές πιέσεις στο κόστος δανεισμού.
Σε υψηλά πολλών ετών οι πραγματικές αποδόσεις
Σύμφωνα με την ανάλυση του Reuters, οι πραγματικές αποδόσεις, δηλαδή οι αποδόσεις των ομολόγων μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, έχουν φτάσει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Στις ΗΠΑ, η πραγματική απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου κινείται κοντά στο 3%, επίπεδο που αποτελεί υψηλό περίπου 18 ετών. Παράλληλα, οι πραγματικές αποδόσεις σε Βρετανία και Γερμανία βρίσκονται επίσης σε υψηλά επίπεδα δεκαετίας.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις χρειάζονται τεράστια ποσά για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους, ενώ οι κεντρικές τράπεζες δεν αποτελούν πλέον τον αγοραστή κρατικού χρέους που ήταν κατά την προηγούμενη δεκαετία.
Η AI ανοίγει νέο μέτωπο χρηματοδότησης
Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης προσθέτει μια νέα και ιδιαίτερα μεγάλη πηγή ζήτησης για κεφάλαια.
Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες του κόσμου επενδύουν τεράστια ποσά σε data centers, chips, υπολογιστική ισχύ, δίκτυα και ενεργειακές υποδομές προκειμένου να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες AI.
Για τη χρηματοδότηση αυτών των επενδύσεων, οι εταιρείες στρέφονται ολοένα περισσότερο στην αγορά ομολόγων.
Οι μεγάλες εταιρείες AI και οι hyperscalers έχουν ήδη αντλήσει τεράστια ποσά από τις αγορές χρέους, ενώ οι συνολικές επενδυτικές δαπάνες των τεχνολογικών κολοσσών αυξάνονται με ρυθμούς που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητοι.
Η AI, επομένως, δεν αποτελεί πλέον μόνο ένα χρηματιστηριακό story γύρω από τις αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών. Έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους επενδυτικούς κύκλους της παγκόσμιας οικονομίας.
Κυβερνήσεις και τεχνολογικοί κολοσσοί ανταγωνίζονται για κεφάλαια
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ζήτηση αυτή συμπίπτει με τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης των κρατών.
Οι κυβερνήσεις των μεγαλύτερων οικονομιών συνεχίζουν να εμφανίζουν υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και να εκδίδουν μεγάλες ποσότητες ομολόγων. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις χρειάζονται κεφάλαια για επενδύσεις σε τεχνολογία, ενέργεια και υποδομές.
Όσο περισσότερες είναι οι ανάγκες χρηματοδότησης, τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων.
Οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη απόδοση για να απορροφήσουν την αυξανόμενη προσφορά χρέους, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία υπάρχουν αβεβαιότητες για τον πληθωρισμό, τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών και την πορεία της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Το πρόβλημα για τις κεντρικές τράπεζες
Η άνοδος των μακροπρόθεσμων αποδόσεων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για τις κεντρικές τράπεζες.
Ακόμη και εάν μια κεντρική τράπεζα προχωρήσει σε μειώσεις του βασικού επιτοκίου, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων μπορεί να παραμείνουν υψηλές.
Αυτό σημαίνει ότι το κόστος χρήματος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις μπορεί να μην υποχωρεί στον ίδιο βαθμό που υποδηλώνει η πορεία των επιτοκίων της νομισματικής πολιτικής.
Υψηλότερες αποδόσεις στα κρατικά ομόλογα μεταφράζονται σε ακριβότερη χρηματοδότηση για τις επιχειρήσεις, υψηλότερα επιτόκια στα στεγαστικά δάνεια και μεγαλύτερο κόστος για τις επενδύσεις.
Με άλλα λόγια, η αγορά ομολόγων μπορεί να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός νομισματικής σύσφιξης ακόμη και όταν οι κεντρικές τράπεζες επιχειρούν να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική.
Στο επίκεντρο οι ΗΠΑ
Η εικόνα των αμερικανικών Treasuries είναι ενδεικτική.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου έχει κινηθεί πάνω από το 5%, ενώ η πραγματική απόδοση βρίσκεται κοντά στο 3%.
Το πρόβλημα για την αμερικανική οικονομία είναι ότι οι υψηλότερες αποδόσεις αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
Εάν το κόστος αυτό οδηγήσει σε μεγαλύτερες ανάγκες δανεισμού, μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: υψηλότερα ελλείμματα οδηγούν σε περισσότερες εκδόσεις ομολόγων, οι μεγαλύτερες εκδόσεις απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις και οι υψηλότερες αποδόσεις αυξάνουν εκ νέου το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.
Η άλλη πλευρά του AI boom
Υπάρχει όμως και μια σημαντική αντίφαση.
Η τεχνητή νοημοσύνη θεωρείται ένας από τους βασικούς παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και την οικονομική ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.
Για να συμβεί όμως αυτό απαιτούνται τεράστιες επενδύσεις.
Data centers, ημιαγωγοί, δίκτυα, ηλεκτρική ενέργεια και νέες υποδομές απαιτούν κεφάλαια εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Και όσο μεγαλώνει ο επενδυτικός κύκλος της AI, τόσο αυξάνονται οι ανάγκες χρηματοδότησης.
Έτσι, η ίδια τεχνολογία που μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα της οικονομίας μπορεί βραχυπρόθεσμα να συμβάλλει στην άνοδο του κόστους κεφαλαίου.
Πίεση και στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις
Η εξέλιξη δεν αφορά μόνο την αγορά ομολόγων.
Οι υψηλότερες πραγματικές αποδόσεις αυξάνουν το λεγόμενο risk-free rate, δηλαδή την απόδοση που οι επενδυτές μπορούν να εξασφαλίσουν από σχετικά ασφαλείς κρατικούς τίτλους.
Αυτό μπορεί να περιορίσει το premium που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για μετοχές υψηλού κινδύνου.
Η επίδραση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις τεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες διαπραγματεύονται σε υψηλές αποτιμήσεις με βάση προσδοκίες για ισχυρή αύξηση των κερδών τους τα επόμενα χρόνια.
Όσο αυξάνονται τα επιτόκια και οι αποδόσεις των ομολόγων, τόσο αυξάνεται και το προεξοφλητικό επιτόκιο που χρησιμοποιείται για την αποτίμηση των μελλοντικών κερδών.
Το μεγάλο στοίχημα για την παγκόσμια οικονομία
Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η παγκόσμια οικονομία μπορεί να απορροφήσει ταυτόχρονα τις τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης των κυβερνήσεων και τον επενδυτικό πυρετό γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Οι επενδύσεις στην AI μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές για την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια. Όμως η χρηματοδότηση αυτών των επενδύσεων γίνεται σε μια αγορά όπου το δημόσιο χρέος αυξάνεται και οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις.
Για τις κεντρικές τράπεζες, το πρόβλημα γίνεται επομένως πιο σύνθετο. Δεν αρκεί πλέον να παρακολουθούν μόνο τον πληθωρισμό και την αγορά εργασίας. Η πορεία των μακροπρόθεσμων ομολόγων και η τεράστια επενδυτική ζήτηση που δημιουργεί η AI αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.