Αγορές

Βενεζουέλα: Ποιος ελέγχει τώρα το πετρέλαιο και τι σημαίνει αυτό για τις αγορές


Στο πιο αισιόδοξο σενάριο, η διεθνής πετρελαϊκή βιομηχανία καλείται να αναστρέψει δύο δεκαετίες φθοράς και εγκατάλειψης

Μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, πέρα από τις πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις, για τις αγορές και τους επενδυτές ανακύπτει ένα διπλό ερώτημα: ποιος ελέγχει σήμερα το πετρέλαιο της Βενεζουέλας και αν -και πότε- μπορεί να επιστρέψει ουσιαστικά στην παγκόσμια προσφορά μετά από δεκαετίες κατάρρευσης.

Σε θεσμικό επίπεδο, η απάντηση παραμένει, προς το παρόν, σχετικά σαφής. Η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Petróleos de Venezuela (PDVSA) εξακολουθεί να ελέγχει τη συντριπτική πλειονότητα της παραγωγής και των αποθεμάτων. Παρά την παρουσία διεθνών παικτών, ο έλεγχος παραμένει κρατικός.

Η αμερικανική Chevron δραστηριοποιείται στη χώρα μέσω ιδίων γεωτρήσεων και κοινοπραξιών με την PDVSA, ενώ ρωσικές και κινεζικές εταιρείες συμμετέχουν επίσης μέσω συνεργασιών. Ωστόσο, η πλειοψηφία και η τελική εξουσία παραμένουν στην PDVSA.

Η Βενεζουέλα εθνικοποίησε τον πετρελαϊκό της τομέα τη δεκαετία του 1970, οδηγώντας στη δημιουργία της PDVSA. Η παραγωγή κορυφώθηκε το 1997, αγγίζοντας τα 3,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Σήμερα, έχει καταρρεύσει σε περίπου 950.000 βαρέλια την ημέρα, εκ των οποίων μόλις 550.000 εξάγονται, σύμφωνα με στοιχεία της Lipow Oil Associates.

Ποιοι θα ωφεληθούν από μια πολιτική αλλαγή

Εάν στη Βενεζουέλα σχηματιστεί μια πιο φιλοδυτική και φιλική προς τις επενδύσεις κυβέρνηση, η Chevron θεωρείται «η καλύτερα τοποθετημένη» για να ενισχύσει τον ρόλο της. Παράλληλα, ευρωπαϊκές εταιρείες όπως η Repsol και η Eni θα μπορούσαν επίσης να επωφεληθούν, χάρη στην ήδη υφιστάμενη παρουσία τους στη χώρα.

Ωστόσο, μια αλλαγή καθεστώτος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ομαλή μετάβαση. Αντιθέτως, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η πολιτική ασάφεια μπορεί να διαταράξει σοβαρά την εμπορική αλυσίδα που επιτρέπει σήμερα στο βενεζουελάνικο πετρέλαιο να φτάνει στις διεθνείς αγορές.

Εφόσον δεν είναι ξεκάθαρο ποιος κυβερνά, δεν αποκλείεται να παγώσουν πλήρως οι εξαγωγές, καθώς οι αγοραστές δεν θα γνωρίζουν σε ποιον να πληρώσουν. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι οι πρόσφατες αμερικανικές κυρώσεις κατά του λεγόμενου "σκιώδους στόλου" δεξαμενόπλοιων έχουν ήδη πλήξει σοβαρά τις εξαγωγές, αναγκάζοντας τη Βενεζουέλα να μειώσει την παραγωγή.

Ο «σκιώδης στόλος» αφορά πλοία που κινούνται εκτός των παραδοσιακών συστημάτων ασφάλισης, ρύθμισης και παρακολούθησης, μεταφέροντας πετρέλαιο από χώρες υπό κυρώσεις, όπως η Βενεζουέλα, η Ρωσία και το Ιράν.

Περιορισμένος άμεσος αντίκτυπος, μεγάλα ερωτήματα για το μέλλον

Ειδικοί της πετρελαϊκης βιομηχανίας εκτιμούν ότι η Chevron θα συνεχίσει να εξάγει περίπου 150.000 βαρέλια ημερησίως, περιορίζοντας τον άμεσο κίνδυνο για την παγκόσμια προσφορά. Ωστόσο, η αβεβαιότητα θα μπορούσε να προσθέσει ένα βραχυπρόθεσμο «ασφάλιστρο κινδύνου» περίπου 3 δολαρίων ανά βαρέλι στις τιμές.

Αυτό έρχεται σε μια συγκυρία όπου η αγορά πετρελαίου εμφανίζεται επαρκώς τροφοδοτημένη. «Η παγκόσμια αγορά οδεύει προς υπερπροσφορά», σημειώνει ο Bob McNally της Rapidan Energy Group, χαρακτηρίζοντας τον άμεσο αντίκτυπο της κρίσης «σχεδόν αμελητέο».

Η πραγματική σημασία της Βενεζουέλας είναι μακροπρόθεσμη και ποιοτική. Η χώρα παράγει βαρύ, υψηλής περιεκτικότητας σε θείο πετρέλαιο, δύσκολο στην εξόρυξη, αλλά εξαιρετικά πολύτιμο για σύνθετα διυλιστήρια, ιδίως στις ΗΠΑ. «Τα αμερικανικά διυλιστήρια λατρεύουν αυτό το "παχύ" πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα και τον Καναδά», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο McNally.

Το κρίσιμο ερώτημα, όπως λέει, είναι αν η διεθνής πετρελαϊκή βιομηχανία θα μπορέσει να επιστρέψει στη χώρα και να αναστρέψει δύο δεκαετίες φθοράς, εγκατάλειψης και κακοδιαχείρισης.

Ακόμη και σε περίπτωση ταχείας ανάληψης της εξουσίας από μια κυβέρνηση της αντιπολίτευσης υπό τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η άρση κυρώσεων και μια αρχική αύξηση εξαγωγών, μέσω αξιοποίησης αποθεμάτων, θα ήταν πιθανότατα προσωρινή και θα μπορούσε μάλιστα να πιέσει τις τιμές προς τα κάτω.

Σε κάθε περίπτωση, οι φυσικοί και τεχνικοί περιορισμοί είναι σκληροί. Η βενεζουελάνικη πετρελαϊκή βιομηχανία βρίσκεται σε τόσο κακή κατάσταση που, ακόμη και με αλλαγή κυβέρνησης, δεν αναμένεται ουσιαστική αύξηση παραγωγής για χρόνια. Θα χρειαστούν τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές.

Η Helima Croft της RBC προειδοποιεί ότι η ανάκαμψη απαιτεί τουλάχιστον 10 δισ. δολάρια ετησίως και, πάνω απ’ όλα, «ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον». Σε σενάρια χαοτικής μετάβασης εξουσίας, όπως συνέβη στη Λιβύη ή το Ιράκ, «όλα τα στοιχήματα ακυρώνονται».

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα