Ο πρόεδρος-πλανητάρχης που εκλέχθηκε με ισχυρή στήριξη από το πετρελαϊκό λόμπι, παίρνει τώρα τη ρεβάνς για τους αμερικανικούς κολοσσούς που εκδιώχθηκαν από την Βενεζουέλα το 2007, με τις εθνικοποιήσεις του Ούγο Τσάβες. Ανατρέπει τον διάδοχό του Νικολας Μαδούρο και ανοίγει τον δρόμο για τη μεγάλη επιστροφή των Αμερικανών "πετρελαιάδων" στη χώρα με τα μεγαλύτερα (αν και χαμηλής ποιότητας) κοιτάσματα πετρελαίου στον κόσμο.
Οσο εξελισσόταν η ιδιότυπη «πολιορκία» της Βενεζουέλας τους τελευταίους μήνες, ο Τραμπ δήλωνε ανοικτά, ότι βασικός του στόχος ήταν να πάρει πίσω «το πετρέλαιο που έκλεψαν από τις αμερικανικές εταιρείες» με τις εθνικοποιήσεις. Φαίνεται ότι τα καταφέρνει - αν και η προσπάθεια καθυπόταξης της χώρας μπορεί να συναντήσει πολλές δυσκολίες
Για την κορυφαία αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία, την ExxonMobil, η εκδίκηση στη Βενεζουέλα είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο: Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την εκδίωξή της από τον Ούγκο Τσάβες, επιστρέφει. Οχι μόνον για να εκμεταλλευτεί τα κοιτάσματα, αλλά στην ουσία και για να κυβερνήσει.
Χθες, ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε ανοικτά για το αποτέλεσμα της επιχείρησης, που οδήγησε στη μεταφορά του Μαδούρο στις ΗΠΑ για να δικασθεί με βαριές κατηγορίες για λαθρεμπόριο ναρκωτικών, που επισύρουν κάθειρξη τουλάχιστον 30 ετών: "Οι αμερικανικές εταιρείες θα πάρουν ξανά τον έλεγχο της παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα", τόνισε.
Ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι οι ΗΠΑ «θα διοικήσουν τη Βενεζουέλα μέχρι να επιτευχθεί μια «ασφαλής, σωστή και συνετή μετάβαση». Η Ουάσιγκτον θα έχει τον πρώτο λόγο στη διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Ο πρόεδρος δεν άφησε περιθώρια παρερμηνειών, ούτε κράτησε τα προσχήματα: «Θα έχουμε τις πολύ μεγάλες πετρελαϊκές μας εταιρείες, τις μεγαλύτερες στον κόσμο, να εισέλθουν στη χώρα, να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια και να διορθώσουν τις κατεστραμμένες υποδομές».
Σύμφωνα με τον Τραμπ, η αμερικανική παρέμβαση και η πιθανή στρατιωτική κατοχή «δεν θα κοστίσουν ούτε σεντ» στον Αμερικανό φορολογούμενο. Το κόστος της στρατιωτικής επιχείρησης και της προσωρινής διοίκησης θα καλυφθεί πλήρως από το «χρήμα που βγαίνει από το έδαφος», δηλαδή από τα τεράστια αποθέματα αργού της Βενεζουέλας, τα οποία θα λειτουργήσουν ως αποζημίωση για τις ΗΠΑ.
Σήμερα μόνο η Chevron διατηρεί παρουσία στη χώρα (με εξαγωγές περίπου 140.000 βαρελιών ημερησίως στα τέλη του 2025). Τα σχέδια του Τραμπ προβλέπουν μια καθολική επιστροφή των αμερικανικών ομίλων, συμπεριλαμβανομένων της ExxonMobil και της ConocoPhillips, για την πλήρη ανατροπή των εθνικοποιήσεων του Τσάβες.
Ο πλανητάρχης έστειλε ένα σκληρό μήνυμα σε όσους στη Βενεζουέλα ενδέχεται να αντισταθούν, τονίζοντας ότι οι ΗΠΑ είναι έτοιμες για μια «δεύτερη και πολύ μεγαλύτερη επίθεση» αν κριθεί απαραίτητο για τη διασφάλιση των συμφερόντων τους.
Η Βενεζουέλα και η «κατάρα του πετρελαίου»
Η Βενεζουέλα έχει τα μεγαλύτερα διαπιστωμένα κοιτλασματα πετρελαίου, το οποίο θεωρείται χαμηλής ποιότητας (βαρύ πετρέλαιο - υψηλής περιεκτικότητας σε θείο). Ομως δεν κατάφερε να αποφύγει τη λεγόμενη «κατάρα του πετρελαίου»: Ο όρος περιγράφει την κατάσταση όπου
- χώρες με τεράστιο φυσικό πλούτο (κυρίως πετρέλαιο και φυσικό αέριο) τείνουν να έχουν μικρότερη οικονομική ανάπτυξη, λιγότερη δημοκρατία και χειρότερα αποτελέσματα ανάπτυξης σε σχέση με χώρες που δεν έχουν τέτοιους πόρους.
Η ιστορία της παραγωγής πετρελαίου στη Βενεζουέλα είναι μια διαδρομή από τον πλούτο στην παρακμή, που αντικατοπτρίζει την πολιτική ιστορία της χώρας. Η ιστορία ξεκινά στις 15 Απριλίου 1914, όταν η εταιρεία Caribbean Petroleum (θυγατρική της Shell) ανακάλυψε το κοίτασμα Zumaque I στην περιοχή Mene Grande. Ωστόσο, η παγκόσμια προσοχή στράφηκε στη χώρα το 1922 με την πηγή Los Barrosos 2, που εκτόξευε 100.000 βαρέλια ημερησίως για εννέα ημέρες.
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η Βενεζουέλα έγινε κρίσιμος προμηθευτής των Συμμάχων. Το 1943 η κυβέρνηση, με τον Νόμο για τους Υδρογονάνθρακες, επέβαλε το «50/50», λαμβάνοντας τα μισά κέρδη από τις ξένες εταιρείες. Το 1960 η Βενεζουέλα πρωτοστάτησε στην ίδρυση του ΟΠΕΚ με στόχο τον έλεγχο των τιμών παγκοσμίως. Το 1970 η παραγωγή έφτασε στο ιστορικό της ρεκόρ, αγγίζοντας τα 3,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Οι εθνικοποιήσεις
Την 1η Ιανουαρίου 1976, ο πρόεδρος Πέρεζ εθνικοποίησε τη βιομηχανία πετρελαίου, ιδρύοντας την κρατική εταιρεία PDVSA. Η εταιρεία λειτούργησε για δύο δεκαετίες ως ένα πρότυπο τεχνοκρατικής διοίκησης, επενδύοντας σε διυλιστήρια στο εξωτερικό (όπως η Citgo στις ΗΠΑ).
Με την εκλογή του Ούγκο Τσάβες, το 1999, το πετρέλαιο έγινε το εργαλείο της «Μπολιβαριανής Επανάστασης» Το 2002-2003, μετά από μια γενική απεργία, ο Τσάβες απέλυσε πάνω από 18.000 έμπειρους τεχνικούς και μηχανικούς της PDVSA, αντικαθιστώντας τους με πιστούς του κόμματος.
Το 2007 ήλθε η μεγάλη σύγκρουση του Τσάβες με τους αμερικανικούς κολοσσούς. Διέταξε την υποχρεωτική μετατροπή των υφιστάμενων συμβάσεων («Στρατηγικές Συμμαχίες») σε Μικτές Επιχειρήσεις, όπου το κράτος (μέσω της PDVSA) θα έπρεπε να κατέχει πλειοψηφικό πακέτο τουλάχιστον 60%.
Η ExxonMobil ήταν διαχειριστής στο τεράστιο έργο Cerro Negro και αρνήθηκε τους νέους όρους που μετέτρεπαν τη συμμετοχή της σε μειοψηφική. Ως αποτέλεσμα, εγκατέλειψε τη χώρα και προσέφυγε σε διεθνή διαιτησία διεκδικώντας αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων για την κατάσχεση των περιουσιακών της στοιχείων.
Η ConocoPhillips συμμετείχε σε δύο μεγάλα έργα βαρέος πετρελαίου στον ποταμό Ορινόκο (Petrozuata και Hamaca) και στο υπεράκτιο κοίτασμα Corocoro. Όπως και η Exxon, αρνήθηκε να υπογράψει τις νέες συμβάσεις, αποχώρησε και ενεπλάκη σε μακροχρόνιες νομικές διαμάχες με τη Βενεζουέλα (τις οποίες και κέρδισε χρόνια αργότερα).
Η Chevron, αντίθετα, επέλεξε μια πιο πραγματιστική προσέγγιση. Αποδέχτηκε τους όρους του Τσάβες να παραμείνει ως μειοψηφικός εταίρος στις νέες μικτές εταιρείες. Το έργο Hamaca μετονομάστηκε σε Petropiar, όπου η PDVSA πήρε το 70% και η Chevron κράτησε το 30%.
Η κατάρρευση και οι κυρώσεις
Η πτώση των τιμών του πετρελαίου το 2014, σε συνδυασμό με την κακοδιαχείριση υπό τον Μαδούρο, οδήγησαν σε ελεύθερη πτώση της παραγωγής και σε οικονομική κρίση στη Βενεζουέλα. Το 2019, οι ΗΠΑ επέβαλαν αυστηρές κυρώσεις, αποκλείοντας την PDVSA από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το 2020, η παραγωγή κατέρρευσε κάτω από τα 400.000 βαρέλια, επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από τη δεκαετία του 1930.
Σήμερα, η Βενεζουέλα προσπαθεί να ανακάμψει με τη βοήθεια της Κίνας και περιορισμένων αδειών σε εταιρείες όπως η Chevron. Παρόλα αυτά, η παραγωγή της χώρας μόλις που πλησιάζει το 1 εκατ. βαρέλια, σε τεράστια απόσταση από τα 3 εκατ. βαρέλια της δεκαετίας του ’70.
Όμως, αναλυτές της αγοράς πετρελαίου εκτιμούν ότι, εάν επανέλθουν οι αμερικανικές εταιρείες και αποκαταστήσουν τις υποδομές, ενώ παράλληλα θα αρθούν οι κυρώσεις από τις ΗΠΑ, η Βενεζουέλα μπορεί να φθάσει πολύ γρήγορα σε θεαματική αύξηση παραγωγής, δημιουργώντας και νέα δεδομένα στη διεθνή αγορά, με την άσκηση πίεσης στις τιμές