Καθώς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κινείται ήδη σε τροχιά διαδοχής ενόψει του 2028, δύο πρόσωπα αναδύονται όλο και πιο έντονα στο περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ: ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Παρότι ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται να αντιμετωπίζει το θέμα με χιούμορ, οι κινήσεις, οι δημόσιες εμφανίσεις και η αυξανόμενη επιρροή των δύο ανδρών τροφοδοτούν ήδη σενάρια για τον επόμενο ηγέτη της μετα-Τραμπ εποχής.
Σύμφωνα με πρόσωπα κοντά στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ συνηθίζει σε ιδιωτικές συνομιλίες να ρωτά συνεργάτες και συνομιλητές ποιον προτιμούν: τον Βανς ή τον Ρούμπιο. Μάλιστα, συχνά αστειεύεται, λέγοντας ότι οι δύο θα μπορούσαν ακόμη και να κατέβουν μαζί στο ίδιο προεδρικό ψηφοδέλτιο το 2028.
Επισήμως, οι συνεργάτες του επιμένουν ότι ο Τραμπ δεν ασχολείται σοβαρά με τη διαδοχή και ότι το ενδιαφέρον του παραμένει στραμμένο στη διακυβέρνηση και στις ενδιάμεσες εκλογές. Ωστόσο, η πολιτική πραγματικότητα δείχνει ότι οι δύο άνδρες αποκτούν ολοένα και πιο κεντρικούς ρόλους, σε μια περίοδο κατά την οποία το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα αναζητεί το πρόσωπο που θα μπορέσει να διατηρήσει ενωμένο το ιδιότυπο πολιτικό οικοδόμημα του τραμπισμού.
Ο Μάρκο Ρούμπιο ενισχύει σταδιακά το διεθνές και θεσμικό του προφίλ. Τις τελευταίες εβδομάδες βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της επικοινωνιακής διαχείρισης του πολέμου με το Ιράν, εμφανιζόμενος στην αίθουσα ενημέρωσης του Λευκού Οίκου και επιχειρώντας να παρουσιάσει μια εικόνα σταθερότητας και διπλωματικής επάρκειας. Ακολούθησε περιοδεία στην Ιταλία, όπου συναντήθηκε με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ και την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, πριν προγραμματίσει νέο ταξίδι στην Κίνα μαζί με τον Τραμπ.
Παράλληλα, ο Ρούμπιο έχει συγκεντρώσει έναν ασυνήθιστα μεγάλο αριθμό αρμοδιοτήτων: εκτός από υπουργός Εξωτερικών, έχει αναλάβει και ρόλους που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια και τη διαχείριση κρατικών αρχείων, μετατρεπόμενος σε μία από τις πιο πανταχού παρούσες φιγούρες της κυβέρνησης. Στο ίντερνετ, η συνεχής παρουσία του έχει γίνει αντικείμενο αμέτρητων σατιρικών αναρτήσεων και memes, τα οποία -σύμφωνα με συμμάχους του- λειτουργούν τελικά υπέρ του, καλλιεργώντας την εικόνα ενός πολιτικού που «κρατά όρθια» πολλαπλά μέτωπα ταυτόχρονα.
Από την άλλη πλευρά, ο Τζέι Ντι Βανς επιχειρεί να εδραιωθεί ως ο φυσικός πολιτικός κληρονόμος της εκλογικής βάσης του Τραμπ. Οι εμφανίσεις του επικεντρώνονται περισσότερο στο εσωτερικό ακροατήριο και στη διατήρηση της σύνδεσης με τη λαϊκή, συντηρητική και αντισυστημική πτέρυγα του κινήματος MAGA.
Σε πρόσφατη περιοδεία στην Αϊόβα, ο Βανς επιτέθηκε εκ νέου στους Δημοκρατικούς, κατηγορώντας τους ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για ζητήματα ταυτότητας φύλου παρά για τα οικονομικά προβλήματα των εργαζομένων Αμερικανών. Το μήνυμά του ήταν σαφώς προσανατολισμένο στη διατήρηση της πολιτισμικής σύγκρουσης που αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της ανόδου του Τραμπ.
Παρά τις φήμες περί εσωκομματικού ανταγωνισμού, άνθρωποι που βρίσκονται κοντά και στους δύο πολιτικούς επιμένουν ότι οι σχέσεις τους παραμένουν φιλικές και ότι δεν επιθυμούν να εμφανίζονται ως αντίπαλοι. Συχνά εμφανίζονται μαζί σε εκδηλώσεις του Λευκού Οίκου, ενώ συνεργάτες τους σημειώνουν ότι αντιλαμβάνονται τη σημερινή περίοδο ως μια ιστορική φάση ανασύνταξης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος μετά την πολιτική επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Παρόλα αυτά, η αίσθηση στην Ουάσιγκτον είναι πως ο Βανς παραμένει το φαβορί για το χρίσμα. Ως αντιπρόεδρος διαθέτει τεράστιο οργανωτικό πλεονέκτημα, άμεση πρόσβαση σε χρηματοδότες και διαρκή δημόσια προβολή. Επιπλέον, θεωρείται ο μοναδικός κυβερνητικός παράγοντας που μπορεί να ασκεί εξουσία και ταυτόχρονα να κάνει αδιάκοπη προεκλογική εκστρατεία.
Οι δημοσκοπήσεις, πάντως, δίνουν μια διαφορετική εικόνα:
Ο Βανς διαθέτει υψηλή αναγνωρισιμότητα μεταξύ των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων και ισχυρή αποδοχή στη βάση του κόμματος, αλλά τα συνολικά ποσοστά δημοφιλίας του παραμένουν χαμηλά. Ταυτόχρονα, η στενή ταύτισή του με όλες τις επιλογές της κυβέρνησης - ιδιαίτερα με τον πόλεμο στο Ιράν και τις οικονομικές του συνέπειες- ενδέχεται να εξελιχθεί σε πολιτικό βάρος, ειδικά αν οι Ρεπουμπλικανοί υποστούν απώλειες στις ενδιάμεσες εκλογές.
Ο Ρούμπιο, αντίθετα, προβάλλεται από ορισμένους Ρεπουμπλικανούς στρατηγικούς αναλυτές ως μια πιο «κανονική» και θεσμική εκδοχή του μετα-Τραμπ Ρεπουμπλικανισμού: ένας πολιτικός που μπορεί να διατηρήσει το εκλογικό οικοδόμημα του MAGA, χωρίς όμως να προκαλεί την ίδια κόπωση ή πόλωση σε πιο μετριοπαθείς ψηφοφόρους. Επιπλέον, η δυνατότητά του να επικοινωνεί άνετα τόσο στα αγγλικά, όσο και στα ισπανικά θεωρείται σημαντικό πλεονέκτημα για μια μελλοντική εθνική εκστρατεία.
Ο ίδιος ο Ρούμπιο έχει πάντως δηλώσει δημόσια ότι, εφόσον ο Βανς αποφασίσει να είναι υποψήφιος, θα τον στηρίξει. Στην πραγματικότητα όμως, πολλοί στο Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο αναγνωρίζουν ότι το τοπίο παραμένει ρευστό, κυρίως επειδή ο πιο απρόβλεπτος παράγοντας είναι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ.
Για έναν πολιτικό που πάντα απολάμβανε να παρακολουθεί τους επίδοξους διαδόχους να ανταγωνίζονται για την εύνοιά του, το ποιος θα κληρονομήσει το κίνημά του ίσως να αποτελεί ήδη ένα ακόμη πεδίο άσκησης επιρροής και ελέγχου μέσα στο κόμμα, που εξακολουθεί να κινείται γύρω από τη δική του πολιτική βαρύτητα.