Κατά τη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ η διπλωματία φαίνεται να αποκτά ένα νέο, αμφιλεγόμενο πρόσωπο: αυτό της επιχειρηματικής διαπραγμάτευσης. Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο πρόσωπα χωρίς παραδοσιακό διπλωματικό υπόβαθρο, ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στίβεν Γουίτκοφ, οι οποίοι έχουν αναλάβει καίριο ρόλο ως απεσταλμένοι «ειρήνης» της Ουάσιγκτον.
Η πρόσφατη αιφνιδιαστική ακύρωση της αποστολής τους στο Πακιστάν για συνομιλίες με το Ιράν δεν κατέδειξε μόνο την αστάθεια της αμερικανικής στρατηγικής, αλλά και τον ιδιότυπο ρόλο των δύο ανδρών: επιχειρηματίες που λειτουργούν ως άτυποι διαπραγματευτές σε μείζονα γεωπολιτικά μέτωπα.
Τον τελευταίο χρόνο, Κούσνερ και Γουίτκοφ έχουν εμφανιστεί σχεδόν σε κάθε κρίσιμη διαπραγμάτευση: από επαφές με τη Χαμάς και το Ιράν, μέχρι συνομιλίες με τη Ρωσία και την Ουκρανία. Η συνεχής παρουσία τους υποδηλώνει ότι έχουν αναλάβει, σε μεγάλο βαθμό, την υλοποίηση του βασικού πολιτικού αφηγήματος του Τραμπ: να καταγραφεί ως «πρόεδρος της ειρήνης».
Ωστόσο, η προσέγγισή τους διαφέρει ριζικά από την παραδοσιακή διπλωματία. Οι συμφωνίες που προωθούν έχουν έντονο οικονομικό αποτύπωμα. Η εκεχειρία στη Γάζα, για παράδειγμα, συνοδεύτηκε από σχέδια δημιουργίας ειδικής οικονομικής ζώνης με ουρανοξύστες, data centers και χρήση κρυπτονομισμάτων. Αντίστοιχα, προτάσεις για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας περιλάμβαναν συμμετοχή των ΗΠΑ έως και στο 50% των κερδών.
Η ειρήνη, σε αυτό το μοντέλο, αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν.
Διαπλοκή ρόλων και συμφερόντων
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στη φιλοσοφία. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές διατηρούν ενεργά επιχειρηματικά συμφέροντα. Ο Κούσνερ συνεχίζει να αντλεί κεφάλαια για την επενδυτική του εταιρεία Affinity Partners, με σημαντική στήριξη από χώρες της Μέσης Ανατολής, την ώρα που συμμετέχει σε διαπραγματεύσεις στην ίδια περιοχή.
Παράλληλα, ο Γουίτκοφ έχει συνδέσεις με τον χώρο των ακινήτων και των κρυπτονομισμάτων, ενώ συμφωνίες που ανακοινώνονται στο πλαίσιο των αποστολών τους —όπως projects με το Πακιστάν— φαίνεται να διασταυρώνονται με ιδιωτικά επιχειρηματικά δίκτυα.
Η εικόνα που διαμορφώνεται, σύμφωνα με αναλυτές, είναι αυτή μιας «συγχώνευσης ειρήνης και εταιρικής διακυβέρνησης», όπου δημόσιο και ιδιωτικό συμφέρον καθίστανται δυσδιάκριτα.
Το «Συμβούλιο Ειρήνης» και η νέα αρχιτεκτονική
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη νέα προσέγγιση διαδραματίζει το λεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης, ένας οργανισμός που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία Τραμπ και φιλοδοξεί να λειτουργήσει παράλληλα ή και ανταγωνιστικά προς τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.
Παρά τη ρητορική περί ενίσχυσης του ΟΗΕ, η δομή και η λειτουργία του οργανισμού εγείρουν ερωτήματα. Δεν έχει εγκριθεί μέσω διεθνούς συνθήκης, ούτε από το Κογκρέσο, ενώ παρέχει ευρείες ασυλίες στα μέλη του. Επιπλέον, δίνει καθοριστικό ρόλο σε ιδιώτες με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.
Η εμπλοκή επιχειρηματιών στη διπλωματία δεν είναι νέα. Προσωπικότητες όπως ο Άντριου Κάρνεγκι στις αρχές του 20ού αιώνα χρηματοδότησαν θεσμούς διεθνούς δικαίου, όπως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, με στόχο την ειρηνική επίλυση διαφορών.
Ωστόσο, η διαφορά είναι ουσιώδης: ενώ οι προηγούμενοι «επιχειρηματίες της ειρήνης» επένδυαν για τη δημιουργία θεσμών, το σημερινό μοντέλο φαίνεται να επιδιώκει την άντληση αξίας από τις ίδιες τις συγκρούσεις.
Η ιδιότυπη αυτή δομή έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στο Κογκρέσο. Δημοκρατικοί βουλευτές διερευνούν οικονομικές σχέσεις και τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, ενώ εγείρονται σοβαρά νομικά ζητήματα για τη νομιμότητα του Συμβουλίου Ειρήνης.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη εκπροσώπηση των ΗΠΑ, όταν οι διαπραγματευτές έχουν άμεσο οικονομικό όφελος από τις συμφωνίες που προωθούν.
Μια ειρήνη που αργεί
Παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες, τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα. Η κατάσταση στη Γάζα παραμένει εύθραυστη, οι συνομιλίες με το Ιράν δεν έχουν αποδώσει, ενώ η προοπτική συμφωνίας στην Ουκρανία απομακρύνεται.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές της ενέργειας πιέζουν τα νοικοκυριά, αλλά οι πρωταγωνιστές της «διπλωματίας των deals» φαίνεται να ενισχύουν περαιτέρω την οικονομική τους θέση.
Εν τέλει, η υπόσχεση για ειρήνη παραμένει ανεκπλήρωτη. Αλλά η «αγορά της ειρήνης» συνεχίζει να λειτουργεί.
Α.Ν