Η γαλλική οικονομία εμφανίζει αξιοσημείωτη αντοχή, παρά το περιβάλλον έντονης πολιτικής αβεβαιότητας που κυριάρχησε τους τελευταίους μήνες. Τα πιο πρόσφατα μακροοικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης κατάφερε να διατηρήσει θετικό ρυθμό ανάπτυξης στο τέλος του 2025, διαψεύδοντας τις απαισιόδοξες προβλέψεις που είχαν διαμορφωθεί μετά τις πολιτικές αναταράξεις και τις κοινωνικές εντάσεις.
Η εικόνα αυτή ενισχύει την άποψη ότι οι θεμελιώδεις δομές της γαλλικής οικονομίας παραμένουν ισχυρές, ακόμη και σε περιόδους θεσμικής αστάθειας.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το ΑΕΠ της Γαλλίας αυξήθηκε κατά 0,2% σε τριμηνιαία βάση στο τέταρτο τρίμηνο του 2025, επιτρέποντας στην οικονομία να κλείσει το έτος με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 0,9%.
Η επίδοση αυτή κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επιτεύχθηκε σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική αβεβαιότητα περιόρισε την ορατότητα για επιχειρήσεις και επενδυτές, ενώ ταυτόχρονα η ευρωπαϊκή οικονομία συνολικά κινήθηκε σε χαμηλότερους ρυθμούς.
Καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της ανάπτυξης διαδραμάτισε η κατανάλωση των νοικοκυριών, η οποία παρέμεινε ανθεκτική παρά την πίεση από το υψηλό κόστος ζωής και τις δημοσιονομικές συζητήσεις για περιορισμό των κρατικών δαπανών. Η σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και η σχετική σταθερότητα στην αγορά εργασίας συνέβαλαν στη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος, επιτρέποντας στα νοικοκυριά να συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, θετική ήταν και η συμβολή των επενδύσεων, κυρίως από τον επιχειρηματικό τομέα. Οι γαλλικές επιχειρήσεις, αν και αντιμετωπίζουν αυξημένο κόστος χρηματοδότησης λόγω των υψηλών επιτοκίων, συνέχισαν να επενδύουν σε παραγωγικό εξοπλισμό, τεχνολογία και ενεργειακή μετάβαση. Ορισμένοι κλάδοι, όπως η αεροναυπηγική, η άμυνα και η βιομηχανία υψηλής προστιθέμενης αξίας, λειτούργησαν ως βασικοί μοχλοί ανάπτυξης, ενισχύοντας τόσο την εγχώρια παραγωγή όσο και τις εξαγωγές.
Η ανθεκτικότητα της γαλλικής οικονομίας αποδίδεται επίσης στη σχετικά περιορισμένη εξάρτησή της από το διεθνές εμπόριο σε σύγκριση με άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Η ισχυρή εσωτερική ζήτηση λειτουργεί ως «μαξιλάρι» απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, είτε αυτές προέρχονται από γεωπολιτικές εντάσεις είτε από την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτό το χαρακτηριστικό επέτρεψε στη Γαλλία να απορροφήσει καλύτερα τους εξωτερικούς κραδασμούς.
Ωστόσο, πίσω από τη θετική εικόνα της ανάπτυξης, παραμένουν σοβαρές προκλήσεις. Η πολιτική αβεβαιότητα εξακολουθεί να επηρεάζει το επενδυτικό κλίμα, καθώς οι συνεχείς συγκρούσεις γύρω από τον προϋπολογισμό και τις μεταρρυθμίσεις δυσχεραίνουν τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό. Παράλληλα, τα δημοσιονομικά μεγέθη της χώρας παραμένουν υπό πίεση, με το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος να κινούνται σε επίπεδα που προκαλούν ανησυχία τόσο στις αγορές όσο και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Οι αγορές ομολόγων έχουν ήδη αρχίσει να αποτυπώνουν αυτούς τους κινδύνους, με τις αποδόσεις των γαλλικών τίτλων να παρουσιάζουν αυξημένη μεταβλητότητα. Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει διαταραχθεί σοβαρά η πρόσβαση της χώρας στις αγορές, οι επενδυτές παρακολουθούν στενά τις πολιτικές εξελίξεις, ζητώντας μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τη δημοσιονομική πορεία των επόμενων ετών.
Για το 2026, οι προβλέψεις συγκλίνουν σε μια εικόνα μέτριας αλλά σταθερής ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ότι θα περιοριστεί η πολιτική αβεβαιότητα και θα υπάρξει πρόοδος στη δημοσιονομική εξυγίανση. Η γαλλική οικονομία φαίνεται ικανή να συνεχίσει να αναπτύσσεται κοντά στο 1%, όμως η διατήρηση αυτής της πορείας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές αποφάσεις και την ικανότητα της κυβέρνησης να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας οικονομίας που αντέχει και προσαρμόζεται, ακόμη και σε συνθήκες έντονης πολιτικής πίεσης. Η ανάπτυξη δεν είναι εκρηκτική, αλλά παραμένει θετική και σταθερή, επιβεβαιώνοντας ότι η γαλλική οικονομία διαθέτει εσωτερικές αντοχές. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν αυτές οι αντοχές θα αρκέσουν και τα επόμενα χρόνια, εφόσον οι πολιτικοί και δημοσιονομικοί κίνδυνοι δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα.