Χωρίς πολιτική ηγεσία και εδώ και μήνες χωρίς αρχηγό βρίσκεται ο Στρατός των ΗΠΑ μετά την παραίτηση του υπουργού Στρατού Ντάνιελ Ντρίσκολ, ο οποίος συγκρούστηκε επανειλημμένα με τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ για την απομάκρυνση έμπειρων ανώτατων αξιωματικών.
Ο Ντάνιελ Ντρίσκολ, ο ανώτατος πολιτικός αξιωματούχος του αμερικανικού Στρατού, υπέβαλε τη Δευτέρα την παραίτησή του στον Ντόναλντ Τραμπ, σε μια από τις πιο ταραχώδεις περιόδους για τον μεγαλύτερο κλάδο των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ο 40χρονος πρώην υπολοχαγός συναντήθηκε προσωπικά με τον πρόεδρο για να του παραδώσει την παραίτησή του και να συζητήσει μαζί του την κατάσταση στον Στρατό.
Η αποχώρησή του ήταν αναμενόμενη, όμως έρχεται σε ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία. Οι δυνάμεις του Στρατού στη Μέση Ανατολή βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της άμυνας των αμερικανικών βάσεων απέναντι σε ολοένα πιο εξελιγμένες ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους, ενώ η διοίκηση του αμερικανικού Στρατού στην Ευρώπη παρέχει κρίσιμες πληροφορίες και άλλη υποστήριξη στην Ουκρανία, καθώς προσπαθεί να αντιμετωπίσει μια μεγαλύτερη ρωσική δύναμη.
Παράλληλα, ο Πιτ Χέγκσεθ έχει προχωρήσει σε μια σειρά απομακρύνσεων και συγκρούσεων που έχουν αφήσει ουσιαστικά ακέφαλη τη διοίκηση του Στρατού. Από τον Απρίλιο, όταν ο υπουργός Άμυνας απέπεμψε χωρίς να δώσει εξηγήσεις τον στρατηγό Ράντι Τζορτζ, ο Στρατός δεν διαθέτει αρχηγό επιτελείου, δηλαδή τον ανώτατο στρατιωτικό αξιωματικό του. Τουλάχιστον τρεις ανώτατοι αξιωματικοί που θεωρούνταν πιθανοί διάδοχοι του Τζορτζ έχουν επίσης απομακρυνθεί.
Ποιόν θέλει στη θέση ο Χέγκσεθ
Η παραίτηση του Ντρίσκολ δημιουργεί τώρα και κενό και στην πολιτική ηγεσία του Στρατού. Ο Τραμπ θα πρέπει να προτείνει νέο υπουργό Στρατού, όμως η διαδικασία επικύρωσης από τη Γερουσία ενδέχεται να αποδειχθεί δύσκολη, ιδιαίτερα καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές και το νομοθετικό σώμα είναι οριακά διχασμένο.
Ο Χέγκσεθ φέρεται να επιθυμεί για τη θέση τον Σον Πάρνελ, εκπρόσωπο Τύπου του Πενταγώνου και πρώην αξιωματικό που υπηρέτησε στο Αφγανιστάν. Η επιλογή του, ωστόσο, θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις στη Γερουσία λόγω της αμφιλεγόμενης θητείας του στο Πεντάγωνο. Πρόσφατα απέλυσε τρεις δημοσιογράφους της Stars and Stripes, της ανεξάρτητης ενημερωτικής υπηρεσίας που χρηματοδοτείται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Οι δημοσιογράφοι προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι απομακρύνθηκαν ως αντίποινα για ρεπορτάζ σχετικά με την επιδείνωση των συνθηκών σε αμερικανικό αεροπλανοφόρο που επιχειρεί στη Μέση Ανατολή.
Ο Πάρνελ είχε επίσης πρωταγωνιστήσει στις προσπάθειες περιορισμού της πρόσβασης των δημοσιογράφων στο Πεντάγωνο, πολιτική που οδήγησε τους New York Times να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει την Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος. Η πολιτική του διαδρομή περιλαμβάνει και την αποχώρησή του από τη διεκδίκηση μιας έδρας στη Γερουσία το 2021, μετά από δικαστική απόφαση για την επιμέλεια των τριών παιδιών του, σε υπόθεση όπου η εν διαστάσει σύζυγός του τον είχε κατηγορήσει για κακοποίηση της ίδιας και των παιδιών. Η συγκεκριμένη απόφαση αργότερα ακυρώθηκε και το ζευγάρι μοιράζεται εδώ και χρόνια την επιμέλεια.
Ο Πάρνελ έχει ισχυρή σχέση με τον Τραμπ και είχε μιλήσει στη συγκέντρωση του 2024 στο Μπάτλερ της Πενσιλβάνια, όπου ο πρόεδρος είχε γίνει στόχος απόπειρας δολοφονίας. Ωστόσο, ανώτατοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης θεωρούν ότι θα δυσκολευτεί να εξασφαλίσει την έγκριση της Γερουσίας.
Η σύγκρουση Ντρίσκολ - Χέγκσεθ
Μέχρι πρόσφατα ο Ντρίσκολ θεωρούνταν πιθανός διάδοχος του Χέγκσεθ, εάν ο υπουργός Άμυνας αποχωρούσε ή έχανε την εμπιστοσύνη του Τραμπ. Σε αντίθεση με τον Χέγκσεθ, ο οποίος έχει συγκρουστεί επανειλημμένα με τους Δημοκρατικούς, αλλά και με ορισμένους Ρεπουμπλικανούς στα επιτροπές του Κογκρέσου που εποπτεύουν το Πεντάγωνο, ο Ντρίσκολ είχε αποκτήσει υποστήριξη και από τις δύο πλευρές.
Βουλευτές και γερουσιαστές τον θεωρούσαν έναν από τους λίγους αξιωματούχους του Πενταγώνου που μπορούσαν να συνεργαστούν αποτελεσματικά με Δημοκρατικούς και Ρεπουμπλικανούς. Ενώ ο Χέγκσεθ επιχείρησε να περιορίσει την απευθείας επικοινωνία στρατιωτικών αξιωματούχων με το Κογκρέσο, ο Ντρίσκολ ανταποκρινόταν στα αιτήματα τόσο των Δημοκρατικών, όσο και των Ρεπουμπλικανών στις Επιτροπές Ενόπλων Δυνάμεων.
Η στάση του αυτή είχε ήδη δημιουργήσει έναν σπάνιο δίαυλο με τους Δημοκρατικούς. Κατά την ακρόαση για τον διορισμό του, η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν τον είχε πιέσει να δεσμευτεί ότι ο Στρατός θα μπορούσε να επισκευάζει ο ίδιος τον εξοπλισμό του, αντί να τον επιστρέφει στους αμυντικούς εργολάβους. Μήνες αργότερα ο Ντρίσκολ υιοθέτησε την πολιτική «δικαιώματος επισκευής», κερδίζοντας έναν σπάνιο δημόσιο έπαινο από Δημοκρατική βουλευτή που είχε μάλιστα καταψηφίσει τον διορισμό του.
Η βασική αιτία της ρήξης του με τον Χέγκσεθ, σύμφωνα με αξιωματούχους της κυβέρνησης, ήταν όμως η εκκαθάριση της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας. Ο Ντρίσκολ φέρεται να εξέφρασε στον Τραμπ την απογοήτευσή του για την απομάκρυνση τόσο πολλών έμπειρων αξιωματικών και για το μπλοκάρισμα προαγωγών συνταγματαρχών που είχαν υπηρετήσει υπό αξιωματικούς τους οποίους ο Χέγκσεθ δεν συμπαθούσε.
Το αποτέλεσμα είναι ένα ασυνήθιστο κενό στην ηγεσία του αμερικανικού Στρατού ακριβώς τη στιγμή που οι επιχειρησιακές απαιτήσεις αυξάνονται. Ο κλάδος καλείται να αντιμετωπίσει έναν πόλεμο τεχνολογικά διαφορετικό από εκείνους των προηγούμενων δεκαετιών, με φθηνά αλλά φονικά drones και πυραύλους να απειλούν αμερικανικές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή, ενώ παράλληλα διατηρεί κρίσιμες αποστολές στην Ευρώπη και την Ουκρανία.
Η αποχώρηση του Ντρίσκολ καταδεικνύει το κόστος των συγκρούσεων στο Πεντάγωνο, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Στρατός χρειάζεται ταυτόχρονα επιχειρησιακή συνέχεια, έμπειρη στρατιωτική ηγεσία και πολιτικό συντονισμό. Και αφήνει τον Τραμπ στην αναζήτηση ανθρώπων εμπιστοσύνης, για να καλύψει τα δύο κορυφαία κενά στην ηγεσία του Στρατού.