Με άνεση ξεπερνούν οι ελληνικές τράπεζες τον μέσο όρο της Ευρωζώνης όσον αφορά τη ρευστότητα, καθώς διαθέτουν μια πολύ ισχυρή βάση καταθέσεων, που προέρχονται κυρίως από τα νοικοκυριά. Ταυτόχρονα όμως, παραμένουν ουραγοί στη χορήγηση δανείων, έχοντας να αντιμετωπίσουν δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, που συνδέονται με την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.
Ειδικότερα, στα ύψη παραμένει ο βασικός δείκτης ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, σε μια περίοδο όπου η ΕΚΤ επισημαίνει ότι το Net Stable Funding Ratio (NSFR) των τραπεζών της ευρωζώνης έχει υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από τότε που άρχισαν να δημοσιεύονται στοιχεία, το 2021.
Τα τελευταία στοιχεία του SSM (α' τρίμηνο 2026) επιβεβαιώνουν, όμως, και τη μόνιμη δυσκολία των τραπεζών στην Ελλάδα να μετατρέψουν τη ρευστότητά τους σε δάνεια, καθώς έχουν δείκτη δανείων προς καταθέσεις περίπου 35 μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Τι είναι ο δείκτης NSFR
Ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio - NSFR) είναι ένα βασικό εργαλείο εποπτείας και διαχείρισης ρευστότητας. Μετρά την ικανότητα ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος να υποστηρίζει τις δραστηριότητές του με αξιόπιστες, σταθερές πηγές χρηματοδότησης σε ορίζοντα ενός έτους.
Ουσιαστικά, διασφαλίζει ότι οι τράπεζες δεν βασίζονται υπερβολικά σε βραχυπρόθεσμο, ευμετάβλητο δανεισμό, έχοντας επαρκή ρευστότητα για να καλύψουν τις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις τους σε συνθήκες πίεσης.
Πιστωτική επέκταση και πτώση της ρευστότητας στην Ευρωζώνη
Σύμφωνα με τα στοιχεία του SSM για το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο δείκτης NSFR για τις σημαντικές τράπεζες της Ευρωζώνης υποχώρησε στο 125,63% (από 126,51% το Q4 2025), καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από το 2021. Αυτό οφείλεται στην αύξηση της απαιτούμενης σταθερής χρηματοδότησης, η οποία τροφοδοτήθηκε από την ισχυρή πιστωτική επέκταση, με τα δάνεια να αυξάνονται κατά 167 δισ. ευρώ (+1,7%).
Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός δείκτης δανείων προς καταθέσεις (Loan-to-deposit ratio) διαμορφώθηκε στο 101,60%, δείχνοντας ότι τα συνολικά δάνεια (12.563,09 δισ. ευρώ) υπερβαίνουν την καταθετική βάση (12.365,43 δισ. ευρώ). Δηλαδή, οι ευρωπαϊκές τράπεζες ρίχνουν το ρευστό τους στην αγορά.
Το ελληνικό παράδοξο: Μεγάλη ρευστότητα, λίγα δάνεια
Αντίθετα, στην Ελλάδα η ρευστότητα «λιμνάζει». Ο δείκτης NSFR παραμένει εντυπωσιακά υψηλός στο 133,52%, με τη διαθέσιμη σταθερή χρηματοδότηση (273,78 δισ. ευρώ) να υπερκαλύπτει με χαρακτηριστική άνεση τις απαιτήσεις.
Παράλληλα, τα στοιχεία δείχνουν ότι τα συνολικά δάνεια στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν στα 156,98 δισ. ευρώ, ενώ οι συνολικές καταθέσεις ανήλθαν στα 241,98 δισ. ευρώ. Αποτέλεσμα; Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις παραμένει καθηλωμένος μόλις στο 64,88%, μια διαφορά 36,72 ποσοστιαίων μονάδων από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν οι ελληνικές τράπεζες αξιοποιούσαν τις καταθέσεις τους όπως οι ευρωπαϊκές, θα είχαν χορηγήσει επιπλέον δάνεια της τάξεως των 88 δισ. ευρώ!
Οι δυσκολίες στην αύξηση των δανείων
Η μόνιμη δυσκολία διοχέτευσης αυτής της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία εξηγείται από ένα σύνθετο πλέγμα παραγόντων:
- Αποκλεισμός δανειοληπτών: Ένα μεγάλο τμήμα νοικοκυριών και επιχειρήσεων παραμένει εκτός πιστωτικού συστήματος λόγω «βαρών» και οφειλών από το παρελθόν.
- Αυστηρά κριτήρια: Για να αποτρέψουν τη δημιουργία μιας νέας γενιάς κόκκινων δανείων, οι τράπεζες διατηρούν πολύ αυστηρά κριτήρια στις νέες χορηγήσεις.
- Αδύναμη ζήτηση: Παρά την ανάγκη για επενδύσεις και την αύξηση της κατανάλωσης, η συνολική ζήτηση για νέες πιστώσεις από τον ιδιωτικό τομέα παραμένει υποτονική.
Αυτή η αδυναμία στην πιστωτική επέκταση έρχεται σε αντίθεση με την εξαιρετικά σταθερή βάση χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών.
Σε αντίθεση με την Ευρωζώνη, όπου οι καταθέσεις νοικοκυριών αποτελούν το 34,02% της χρηματοδότησης, το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα αγγίζει το 57,40%. Αν και η καταθετική βάση είναι ισχυρή και «φθηνή», η ελληνική αγορά αναζητά τον καταλύτη που θα γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ αποταμιεύσεων και επενδύσεων.