Διεθνή

Ισραήλ: Μπορεί ο Γκάντι Άιζενκοτ να νικήσει τον Νετανιάχου, χωρίς να του μοιάσει;


Ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού ποντάρει στην υπευθυνότητα και την πολιτική αποκατάσταση της χώρας, αλλά η χαμηλών τόνων εκστρατεία του προκαλεί ανησυχία στους υποστηρικτές του

Με αιχμή την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και την ανάληψη ευθύνης για τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου, ο Γκάντι Άιζενκοτ διεκδικεί την πρωθυπουργία του Ισραήλ απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Το προφίλ του πρώην στρατηγού αποτελεί το αντίθετο του σημερινού πρωθυπουργού, όμως το ερώτημα είναι αν η πολιτική μετριοπάθεια αρκεί για να ανατρέψει έναν έμπειρο αντίπαλο.

Ο Γκάντι Άιζενκοτ δεν θυμίζει τον τυπικό πολιτικό. Παρουσιάζει τις θέσεις του με τη λιτότητα ενός στρατιωτικού που περιγράφει μια αποστολή, χωρίς θεατρικές εξάρσεις και εντυπωσιακές υποσχέσεις. Στα 66 του χρόνια, ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού εμφανίζεται ως ο βασικός αντίπαλος του Μπενιαμίν Νετανιάχου, διεκδικώντας να μετατρέψει την εικόνα της πειθαρχίας και της προσωπικής ευθύνης σε πολιτικό πλεονέκτημα.

Για τον ίδιο, η αναμέτρηση αφορά την κατεύθυνση ολόκληρης της χώρας. Κατηγορεί τον Νετανιάχου ότι εγκλωβίζει το Ισραήλ σε διαρκείς στρατιωτικές επιχειρήσεις, υπονομεύει τη διεθνή θέση του και αποδυναμώνει τη στήριξη από τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα οξύνει τις εσωτερικές διαιρέσεις. Στην ίδια λίστα εντάσσει την κλιμάκωση της βίας στη Δυτική Όχθη, την εγκληματικότητα στις αραβικές κοινότητες και την επαναλαμβανόμενη επιστράτευση εφέδρων, την ώρα που οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι εξαιρούνται σε μεγάλο βαθμό από τη στρατιωτική θητεία.

Ισραήλ: Η βία των εποίκων διχάζει την κυβέρνηση και τον Στρατό

Η πολιτική της ευθύνης απέναντι στον Νετανιάχου

Το σημείο στο οποίο ο Άιζενκοτ επιμένει περισσότερο είναι η άρνηση του πρωθυπουργού να αναλάβει την ευθύνη για τις αποτυχίες ασφαλείας που επέτρεψαν την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Τον χαρακτηρίζει «αντι-ηγέτη», αντιπαραβάλλοντας τη δική του στρατιωτική αντίληψη: όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, η αναγνώριση ανήκει σε όσους πέτυχαν τον στόχο. Όταν αποτυγχάνουν, ο επικεφαλής οφείλει να βγαίνει μπροστά.

Η προσωπική του διαδρομή ενισχύει αυτό το μήνυμα. Γεννημένος στην Τιβεριάδα από γονείς Μαροκινούς μετανάστες και μεγαλωμένος στο εργατικό περιβάλλον του Εϊλάτ, προέρχεται από την κοινωνική περιφέρεια του Ισραήλ, σε αντίθεση με τον Νετανιάχου, που μεγάλωσε στην ελίτ της Ιερουσαλήμ. Εάν εκλεγεί, θα είναι ο πρώτος πρωθυπουργός με καταγωγή Μιζραχί, μια εξέλιξη με δυνητική πολιτική σημασία, καθώς οι Εβραίοι με ρίζες στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική αποτελούν περίπου το μισό του εβραϊκού πληθυσμού της χώρας και σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης του σημερινού πρωθυπουργού.

Η διεκδίκησή του, ωστόσο, δεν στηρίζεται μόνο στην πολιτική αντιπαράθεση. Τον Δεκέμβριο του 2023, ο μικρότερος γιος του, ο 25χρονος Γκαλ, έφεδρος στρατιώτης, σκοτώθηκε στη Γάζα από έκρηξη σε σήραγγα. Την ημέρα της κηδείας του σκοτώθηκε επίσης ανιψιός του, ενώ ένας ακόμη ανιψιός έχασε τη ζωή του έντεκα μήνες αργότερα. Η δημόσια συγκίνησή του κατά την εκφώνηση του επικήδειου λόγου για τον γιο του έγινε σημείο αναφοράς στην ισραηλινή κοινωνία. Ο ίδιος λέει ότι θέλει να αποδειχθεί αντάξιος του τιμήματος που πλήρωσε η οικογένειά του, ώστε οι επόμενες γενιές να ζήσουν σε μια καλύτερη πραγματικότητα.

Στρατιωτική πειθαρχία, πραγματισμός και πολιτικά όρια

Η στρατιωτική του σταδιοδρομία αποκαλύπτει μια ιδιοσυγκρασία πιο βαθιά από εκείνη ενός μετριοπαθούς υποψηφίου. Ως διοικητής μονάδων και αργότερα επικεφαλής της στρατιωτικής διοίκησης στη Δυτική Όχθη, συνδύασε την καταστολή ένοπλων παλαιστινιακών οργανώσεων με την αντίθεση στη συλλογική τιμωρία των Παλαιστινίων. Υποστήριζε ότι η πολιτική προοπτική και η ελπίδα για βελτίωση των σχέσεων με το Ισραήλ μπορούν να περιορίσουν τη βία. Αντίθετα, απέναντι στη Χεζμπολάχ, είχε διατυπώσει το 2008 το δόγμα της Νταχίγια, που προέβλεπε συντριπτική καταστροφή ως μέσο αποτροπής.

Οι Εβραίοι της Αμερικής βιώνουν τη μεγαλύτερη κρίση ταυτότητας εδώ και δεκαετίες

Ως αρχηγός του στρατού, από το 2015, επέμεινε στην τήρηση των στρατιωτικών κανόνων, ακόμη και όταν η κοινή γνώμη πίεζε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Υποστήριξε τη δίωξη στρατιώτη που εκτέλεσε τραυματισμένο Παλαιστίνιο, παρά τις έντονες αντιδράσεις, ενώ αντιστάθηκε και σε πολιτικές παρεμβάσεις του Νετανιάχου όταν θεωρούσε ότι υπονόμευαν τη νομιμότητα των στρατιωτικών αποφάσεων. Το 2011, μάλιστα, είχε αρνηθεί να προωθηθεί στην κορυφαία στρατιωτική θέση πριν από τον Μπένι Γκαντς, εκτιμώντας ότι ο τελευταίος ήταν πιο έτοιμος για τον ρόλο.

Η πολιτική ρήξη με τον Νετανιάχου ήρθε μετά την 7η Οκτωβρίου. Ο Άιζενκοτ συμμετείχε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας που σχηματίστηκε λίγες ημέρες μετά την επίθεση, αλλά αποχώρησε τον Ιούνιο του 2024, διαφωνώντας με την επιμονή του πρωθυπουργού στην «ολοκληρωτική νίκη» αντί μιας συμφωνίας για την απελευθέρωση των ομήρων. Το 2025 ίδρυσε το κόμμα Γιασάρ, που στα εβραϊκά παραπέμπει στην ευθύτητα και την εντιμότητα.

Το Ισραήλ χάνει τη στήριξη των Αμερικανών - Εκλογικά μηνύματα από τη Νέα Υόρκη

Το πρόγραμμά του προβλέπει κρατική εξεταστική επιτροπή για τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου, με διερεύνηση και των δικών του ευθυνών, περιορισμό της βίας από εξτρεμιστές Εβραίους στη Δυτική Όχθη, απομάκρυνση παράνομων οικισμών και αναστολή των σχεδίων προσάρτησης της περιοχής. Παράλληλα, προτείνει όρια στις πρωθυπουργικές θητείες, υποχρεωτική στρατιωτική θητεία για τους υπερορθόδοξους, ενίσχυση της γενικής εκπαίδευσης στα θρησκευτικά σχολεία και τη θέσπιση συντάγματος, ένα θεσμικό κείμενο που το Ισραήλ δεν διαθέτει μέχρι σήμερα.

Το πλεονέκτημα της αξιοπιστίας και το πρόβλημα της εκλογικής μάχης

Ο Νετανιάχου επιχειρεί να αξιοποιήσει την περιορισμένη κυβερνητική εμπειρία του αντιπάλου του, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη πολιτικού βάρους και η συγκριτικά ασθενέστερη γνώση της αγγλικής γλώσσας θα τον καθιστούσαν ευάλωτο στις πιέσεις ξένων ηγετών. Αντιθέτως, ο ίδιος προβάλλει τη μακρά παρουσία του στην εξουσία και τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Άιζενκοτ, πάντως, δεν θεωρεί ότι η δημιουργία παλαιστινιακού κράτους είναι άμεσα εφικτή, παρότι επιδιώκει να σταματήσει την πορεία προς την προσάρτηση της Δυτικής Όχθης.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον διεκδικητή της πρωθυπουργίας μπορεί τελικά να μην είναι το πρόγραμμά του, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το παρουσιάζει. Η εκστρατεία του παραμένει χαμηλών τόνων, με προσωπικές συνομιλίες και προσεκτικές παρεμβάσεις, χωρίς τη μαχητικότητα που χαρακτηρίζει τον Νετανιάχου. Η συρρίκνωση του δημοσκοπικού του προβαδίσματος ενισχύει τις ανησυχίες υποστηρικτών του, ότι η σοβαρότητα και η εντιμότητα δεν αρκούν από μόνες τους για να κερδηθεί μια εκλογική αναμέτρηση υψηλής έντασης.

Η αντίφαση είναι σαφής: ο Άιζενκοτ επιχειρεί να πείσει τους Ισραηλινούς ότι η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική αντίληψη ηγεσίας, λιγότερο προσωποκεντρική και περισσότερο προσανατολισμένη στους θεσμούς. Όμως, για να ανατρέψει έναν πρωθυπουργό που έχει επιβιώσει από αλλεπάλληλες πολιτικές κρίσεις, πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει την αξιοπιστία σε εκλογική δυναμική. Για ορισμένους ψηφοφόρους, η ήρεμη παρουσία του είναι ακριβώς το ζητούμενο. Για άλλους, παραμένει ανοιχτό αν διαθέτει την αποφασιστικότητα που απαιτεί η σύγκρουση με τον Νετανιάχου.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα