Με το νέο προς διαβούλευση νομοσχέδιο, μετά τον νόμο Χατζηδάκη (ν.4808/2021), η κυβέρνηση συνεχίζει «με συνέπεια την απορρύθμιση του εργατικού δικαίου και την υπονόμευση του συλλογικού κεκτημένου», αναφέρουν σε κοινή δήλωση τους ο υπεύθυνος ΚΤΕ Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Παύλος Χρηστίδης, και ο γραμματέας Τομέα Εργασίας, Νίκος Δήμας.
Στη δήλωση με τίτλο «Από το 8ωρο στο 13ωρο. Η ΝΔ ξηλώνει τα εργασιακά δικαιώματα», επισημαίνουν ότι το νομοσχέδιο, «υπηρετώντας το νεοφιλελεύθερο δόγμα της φτηνής εργασίας και της χαμηλής παραγωγικότητας», εισάγει διατάξεις που:αυξάνουν τα χρονικά όρια εργασίας,επιτρέπουν ατομική διευθέτηση ωραρίου,αλλάζουν τη χορήγηση της ετήσιας άδειας,περιορίζουν τον χρόνο ανάπαυσης,θεσμοθετούν 13ωρη απασχόληση στον ίδιο εργοδότη χωρίς τη συναίνεση του εργαζομένου.
Οι κ.κ. Χρηστίδης και Δήμας υπογραμμίζουν ότι «η άρνηση του εργαζόμενου να απασχοληθεί υπερωριακά καθίσταται νομικά επισφαλής» και ότι «με τις ρυθμίσεις περί "ευελιξίας", το νομοσχέδιο αποδομεί το συλλογικό εργατικό δίκαιο και ενισχύει τις εργοδοτικές αυθαιρεσίες σε βάρος των εργαζομένων». Παράλληλα:θεσπίζεται η δυνατότητα υπερωριών ακόμη και στην εκ περιτροπής εργασία,καταργούνται οι προσαυξήσεις στις ασφαλιστικές εισφορές για υπερεργασία και υπερωρίες,καθιερώνεται η διάσπαση της ετήσιας άδειας χωρίς περιορισμό καθώς οι δύο εβδομάδες καλοκαιρινών διακοπών παύουν να είναι δεδομένες.
Σύμφωνα με τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όλα αυτά γίνονται ενώ «σύμφωνα με την Eurostat, οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο και αμείβονται λιγότερο από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους». Παράλληλα, το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό απασχόλησης στην ΕΕ, ενώ ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός αντιστοιχεί στο 52% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όταν το 2009 ήταν στο 82,5%.
Οι κ.κ. Χρηστίδης και Δήμας τονίζουν τελικώς ότι «αντί η κυβέρνηση να λάβει μέτρα για αύξηση των μισθών, επιλέγει να αυξήσει τις ώρες εργασίας, αδιαφορώντας για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, την εργασιακή και οικογενειακή ισορροπία, καθώς και για το ήδη οξυμένο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας». Επισημαίνουν ότι «χωρίς αξιοπρεπείς αμοιβές, σταθερά ωράρια και συνθήκες που επιτρέπουν προσωπική ζωή και οικογενειακό προγραμματισμό, δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμο εργασιακό μέλλον».