Οικονομία

Στο μικροσκόπιο της S&P η ελληνική οικονομία – Οι προοπτικές και το στοίχημα του χρέους


 Ενώ το κλίμα στις αγορές επιδεινώνεται, με τις τιμές του πετρελαίου και τις αποδόσεις των ομολόγων να κινούνται σε υψηλά επίπεδα, η ελληνική οικονομία περνά σήμερα από το «κόσκινο» της S&P, η οποία θα ανακοινώσει απόψε την «ετυμηγορία» της για την τρέχουσα κατάσταση, τη δυναμική και τις προοπτικές της. Το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο εμφανίζεται αισιόδοξο, ωστόσο οι προσδοκίες για μια νέα αναβάθμιση παραμένουν συγκρατημένες. 

Μετά την αναθεώρηση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας από DBRS - Moody’s,  και την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας από τη Scope στη βαθμίδα BBB+, είχαν καλλιεργηθεί προσδοκίες για ανάλογη κίνηση από τον αμερικανικό οίκο. Ομως, η εικόνα που διαμορφώνεται τις τελευταίες εβδομάδες στην αγορά κρατικών χρεογράφων, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές, δεν συνηγορεί σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Με τη σημερινή αξιολόγηση της Standard & Poor’s και εκείνη της Fitch στις 6 Νοεμβρίου ολοκληρώνεται ο κύκλος αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας για μια δύσκολη χρονιά, που φαίνεται χρονιά ότι θα αφήσει πίσω της σημαντικές προκλήσεις και αβεβαιότητες για το 2027, τόσο στο μέτωπο της ανάπτυξης και των δημοσιονομικών όσο και σε ό,τι αφορά το ενεργειακό κόστος, τον πληθωρισμό και τα επιτόκια.

Τα ισχυρά σημεία και οι παράγοντες αβεβαιότητας

Κατά την πρώτη αξιολόγηση του έτους, στις 14 Απριλίου, η S&P είχε διατηρήσει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB, αφήνοντας αμετάβλητη και τη σταθερή προοπτική της οικονομίας. Η σημερινή απόφαση δεν θεωρείται ότι θα επηρεαστεί καθοριστικά από τις πρόσφατες αναταράξεις στις αγορές χρήματος. Οι οίκοι αξιολόγησης γνωρίζουν ότι η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων σε ολόκληρη την Ευρώπη μπορεί να έχει προσωρινό χαρακτήρα, καθώς συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την αβεβαιότητα που προκαλεί η ενεργειακή κρίση.

Στο επίκεντρο της αξιολόγησης αναμένεται να βρεθούν, κυρίως, οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και η αντοχή της αναπτυξιακής της πορείας. Η S&P αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αναπτύσσεται, ενώ θετικά αποτιμάται και η δέσμευση της κυβέρνησης να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και οι δημοσιονομικές επιδόσεις. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε πέρυσι κατά 9,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ενώ για φέτος προβλέπεται πρωτογενές πλεόνασμα για τέταρτη διαδοχική χρονιά. Μάλιστα, το αποτέλεσμα ενδέχεται να ξεπεράσει τον στόχο του 3,6% του ΑΕΠ που περιλαμβάνεται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2027. Παράλληλα, η Ελλάδα αναμένεται να συγκαταλέγεται στις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που θα διατηρήσουν δημοσιονομικό πλεόνασμα τόσο το 2026 όσο και το 2027.

Ένα ακόμη στοιχείο που ενισχύει την εικόνα της δημοσιονομικής αξιοπιστίας είναι η πρόωρη αποπληρωμή επιπλέον 12 δισ. ευρώ από τα δάνεια που είχε λάβει η χώρα στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου προγράμματος διάσωσης. Η Ελλάδα συνεχίζει έτσι την προσπάθεια μείωσης των δανειακών της υποχρεώσεων, την οποία ξεκίνησε το 2019, ακόμη και σε μια περίοδο αυξημένων διεθνών κινδύνων.

Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη ημέρα των εκλογών

Πέρα από τους αριθμούς και τις δημοσιονομικές επιδόσεις, ιδιαίτερη σημασία έχει η συνολική εικόνα που σχημάτισε η S&P από τις επαφές της με κυβερνητικούς αξιωματούχους στην Αθήνα. Το βασικό ζητούμενο είναι κατά πόσο θα διασφαλιστεί η συνέχεια της οικονομικής πολιτικής μετά τις εθνικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης.

Η στάση της επόμενης κυβέρνησης απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, στη δημοσιονομική πειθαρχία και στη διαχείριση του χρέους αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών. Επομένως, το βλέμμα του οίκου δεν στρέφεται μόνο στις σημερινές επιδόσεις, αλλά και στο κατά πόσο αυτές μπορούν να διατηρηθούν σε βάθος χρόνου.

Fitch: Θετική εικόνα, αλλά το χρέος παραμένει αγκάθι

Η αυλαία των αξιολογήσεων για το 2026 θα πέσει στις 6 Νοεμβρίου, όταν θα ανακοινώσει την απόφασή της η Fitch. Στην πρώτη αξιολόγηση της χρονιάς, τον Μάιο, ο οίκος είχε διατηρήσει την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές.

Η πιο πρόσφατη έκθεσή του για τις οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης, ωστόσο, περιείχε θετικά μηνύματα για την Ελλάδα. Η Fitch υπογράμμισε ότι η χώρα έχει βελτιώσει τα βασικά οικονομικά της μεγέθη και έχει ενισχύσει την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής της, στοιχεία που στηρίζουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της.

Σημαντική πρόοδος καταγράφεται, σύμφωνα με τον οίκο, και στο μέτωπο του δημόσιου χρέους. Την περίοδο 2024-2025, το χρέος της γενικής κυβέρνησης υποχώρησε κατά σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες, διαμορφούμενο στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην ανθεκτική οικονομική ανάπτυξη και στην επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων.

Η αποκλιμάκωση αναμένεται να συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια. Η Fitch προβλέπει ότι το χρέος θα μειωθεί στο 139,3% του ΑΕΠ το 2026, στο 134,1% το 2027 και στο 129,4% το 2028. Με βάση το βασικό της σενάριο, έως το 2030 αναμένεται να έχει προσεγγίσει το 120% του ΑΕΠ.

Παρά τη σαφή βελτίωση, το ύψος του δημοσίου χρέους εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη αδυναμία της χώρας. Παραμένει περίπου 2,5 φορές υψηλότερο από το διάμεσο επίπεδο του 58% του ΑΕΠ που καταγράφεται στις χώρες με αξιολόγηση BBB, γεγονός που εξακολουθεί να περιορίζει τα περιθώρια για μεγαλύτερη πιστοληπτική αναβάθμιση.

Στον αντίποδα, η Fitch αναγνωρίζει ότι η διάρθρωση του ελληνικού χρέους λειτουργεί προστατευτικά. Η μέση διάρκειά του, που προσεγγίζει τα 19 χρόνια, σε συνδυασμό με τους ευνοϊκούς όρους δανεισμού, περιορίζει τις άμεσες χρηματοδοτικές ανάγκες και μειώνει την έκθεση της χώρας στις διακυμάνσεις των αγορών ομολόγων. Πρόσθετη ασπίδα ασφαλείας αποτελούν και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα.

Οι προσδοκίες για το κλείσιμο της χρονιάς

Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι η Ελλάδα μπορεί να ολοκληρώσει το 2026 με θετικό αποτύπωμα στο μέτωπο των αξιολογήσεων, παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον. Η προσδοκία είναι ότι, με εξαίρεση τη Scope, η οποία έχει ήδη αναβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, οι υπόλοιποι μεγάλοι οίκοι θα έχουν αναθεωρήσει τουλάχιστον τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας. Απαιτείται  επιβεβαίωση ότι η δημοσιονομική εξυγίανση, η μείωση του χρέους και η αναπτυξιακή δυναμική μπορούν να αντέξουν σε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας.

Οι εκτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης θα αποτελέσουν λοιπόν ένα ακόμη τεστ για την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της επόμενης ημέρας.

 

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις