Νέα διόγκωση κατέγραψαν τον Αύγουστο οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς ιδιώτες, επαναφέροντας στο προσκήνιο το πρόβλημα των καθυστερήσεων στις πληρωμές, την ώρα που τα δημόσια ταμεία εμφανίζουν ισχυρά πλεονάσματα. Οι συνολικές οφειλές της Γενικής Κυβέρνησης προς προμηθευτές και φορολογούμενους ανήλθαν στα 3,823 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 552 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν μόλις μήνα.
Η εικόνα του Αυγούστου ήταν αισθητά διαφορετική από εκείνη του Ιουλίου, όταν είχε καταγραφεί αποκλιμάκωση. Σε σχέση με τα 3,271 δισ. ευρώ του Ιουλίου, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις αυξήθηκαν κατά 16,9%, ενώ σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025 είναι υψηλότερες κατά 524 εκατ. ευρώ ή 15,9%.
Το μεγαλύτερο μέρος της νέας αύξησης δεν προήλθε από τους προμηθευτές, αλλά από τις επιστροφές φόρων που παραμένουν σε εκκρεμότητα. Το σχετικό ποσό ξεπέρασε για πρώτη φορά στα μεταμνημονιακά χρόνια το 1 δισ. ευρώ και έφθασε τα 1,023 δισ. ευρώ, έναντι 629 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο.
Η εκτίναξη συνδέεται κυρίως με τις επιστροφές φόρου εισοδήματος που προέκυψαν από την εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων. Μέσα σε έναν μήνα αυξήθηκαν από τα 181 εκατ. ευρώ στα 493 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 172,4%. Αντίστοιχα, οι εκκρεμείς επιστροφές ΦΠΑ ανήλθαν στα 493 εκατ. ευρώ, από 392 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο.
Η ΑΑΔΕ αποδίδει την προσωρινή διόγκωση στις διαδικασίες ελέγχου πριν από την επιστροφή των χρημάτων στους δικαιούχους. Από το συνολικό ποσό των 1,023 δισ. ευρώ, τα 775 εκατ. ευρώ αφορούν επιστροφές που «γεννήθηκαν» σε λιγόετρες από 90 ημέρες, ενώ μόλις 248 εκατ. ευρώ θεωρούνται ληξιπρόθεσμα πέραν του συγκεκριμένου ορίου. Επιπλέον, 158 εκατ. ευρώ δεν μπορούν να καταβληθούν λόγω εκκρεμοτήτων που συνδέονται με τους ίδιους τους δικαιούχους, όπως η μη προσκόμιση δικαιολογητικών.
Νοσοκομεία ο μεγάλος «ασθενής»
Στο μέτωπο των οφειλών προς προμηθευτές, τα νοσοκομεία εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή του προβλήματος. Τα χρέη τους ανήλθαν τον Αύγουστο σε 1,331 δισ. ευρώ, από 1,238 δισ. ευρώ τον Ιούλιο.
Η κατάσταση έχει πλέον προκαλέσει και την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Κομισιόν απέστειλε στις 2 Οκτωβρίου προειδοποιητική επιστολή στην Ελλάδα, ζητώντας τη συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις υπερβολικές καθυστερήσεις στις πληρωμές των δημόσιων νοσοκομείων.
Με βάση το ευρωπαϊκό πλαίσιο, οι προμηθευτές των δημόσιων νοσοκομείων θα πρέπει να εξοφλούνται εντός 60 ημερολογιακών ημερών. Ωστόσο, οι ελληνικές καθυστερήσεις παραμένουν σημαντικά υψηλότερες, με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές να ανέρχονται τον Ιούνιο του 2026 σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ, ποσό υπερτριπλάσιο εκείνου του 2019.
Η Επιτροπή δίνει στην Ελλάδα περιθώριο δύο μηνών για να απαντήσει και να λάβει μέτρα. Σε διαφορετική περίπτωση, η διαδικασία μπορεί να οδηγήσει εκ νέου στο Δικαστήριο και ακόμη και σε οικονομικές κυρώσεις.
Έχουν πλεονάσματα διότι... δεν πληρώνουν
Το παράδοξο είναι ότι οι καθυστερήσεις εμφανίζονται την ίδια στιγμή που αρκετοί από τους φορείς που χρωστούν εμφανίζουν σημαντικά δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Οι οφειλές των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης αυξήθηκαν στα 733 εκατ. ευρώ από 681 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο, παρότι στο οκτάμηνο εμφανίζουν πλεόνασμα 1,603 δισ. ευρώ.
Επίσης, οι ΟΤΑ χρωστούν 329 εκατ. ευρώ, από 314 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο, στο οκτάμηνο Ιανουαρίου - Αυγούστου εμφανίζουν πλεόνασμα 545 εκατ. ευρώ.
Αυξημένες ήταν και οι οφειλές του ΕΟΠΥΥ, στα 280 εκατ. ευρώ από 248 εκατ. ευρώ, ενώ τα λοιπά νομικά πρόσωπα χρωστούν 250 εκατ. ευρώ.
Η αύξηση των κρατικών ληξιπρόθεσμων οφειλών δημιουργεί έτσι ένα οξύμωρο δημοσιονομικό σκηνικό: το Δημόσιο εμφανίζει πλεονάσματα, αλλά ένα σημαντικό μέρος των χρημάτων που οφείλει σε επιχειρήσεις και φορολογούμενους παραμένει δεσμευμένο, καθυστερώντας να περάσει στην πραγματική οικονομία.