Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει άρση κυρώσεων στο Ρωσικό Ταμείο Άμεσων Επενδύσεων (RDIF), το οποίο η κυβέρνηση Μπάιντεν είχε χαρακτηρίσει «ταμείο εξυπηρέτησης του Βλαντίμιρ Πούτιν». Η κίνηση εντάσσεται στην προσπάθεια προσέγγισης της Μόσχας μέσω επιχειρηματικών συμφωνιών, προκαλώντας ερωτήματα για την κάμψη της οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία χωρίς αντίστοιχες παραχωρήσεις στο Ουκρανικό.
Νέα τροπή παίρνει η οικονομική διπλωματία του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Ρωσία, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει την άρση κυρώσεων στο Ρωσικό Ταμείο Άμεσων Επενδύσεων (RDIF), έναν κρατικό επενδυτικό οργανισμό με κεφάλαια πολλών δισεκατομμυρίων και σημαντικό ρόλο στη διεθνή οικονομική παρουσία της Μόσχας. Το αίτημα εντάσσεται στις διαπραγματεύσεις για τη μεταφορά ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ και αποτελεί μία ακόμη ένδειξη ότι το Κρεμλίνο επιδιώκει να αξιοποιήσει τις συνομιλίες για την Ουκρανία ώστε να εξασφαλίσει ευρύτερα οικονομικά οφέλη.
Οι κυρώσεις στο RDIF επιβλήθηκαν από την κυβέρνηση Μπάιντεν λίγες ημέρες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Τότε, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών το είχε χαρακτηρίσει «ταμείο εξυπηρέτησης» του Πούτιν, ως ενδεικτικό της ευρύτερης διαφθοράς του ρωσικού συστήματος εξουσίας. Η πρόσβαση του οργανισμού στο δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα θεωρούνταν κρίσιμη για τη χρηματοδότηση της ρωσικής οικονομίας και, εμμέσως, των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η πιθανή άρση των περιορισμών θα σηματοδοτούσε επομένως ουσιαστική μεταβολή της μέχρι σήμερα αμερικανικής στρατηγικής οικονομικής πίεσης.
Το ντίζελ ως όχημα για οικονομική επαναπροσέγγιση
Κεντρικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις έχει ο επικεφαλής του RDIF, Κιρίλ Ντμίτριεφ, οικονομικός απεσταλμένος του Πούτιν προς την κυβέρνηση Τραμπ. Σύμφωνα με Ρώσους αξιωματούχους, το ταμείο συνέβαλε καθοριστικά στην οργάνωση των πρώτων αποστολών ρωσικού ντίζελ προς τις ΗΠΑ, μετά την προσωρινή αναστολή των σχετικών κυρώσεων από την Ουάσιγκτον στις 9 Οκτωβρίου. Τρία δεξαμενόπλοια αναχώρησαν μέσα στον μήνα για τις ΗΠΑ, χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί ακόμη πληρωμές από Αμερικανούς αγοραστές, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις διαπραγματεύσεις.
Η εμπλοκή του RDIF δημιουργεί μια περίπλοκη διαπραγματευτική σχέση. Ενώ το ταμείο προσφέρει υπηρεσίες διαμεσολάβησης για τις εμπορικές συναλλαγές, ο Ντμίτριεφ επιδιώκει παράλληλα την άρση των κυρώσεων που εξακολουθούν να το βαρύνουν. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, πάντως, θεωρεί ότι η προσωρινή αναστολή των περιορισμών για τις συναλλαγές ντίζελ παρέχει ήδη τις απαραίτητες άδειες για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Η ευρύτερη απαλλαγή του οργανισμού από τις κυρώσεις ακολουθεί ξεχωριστή διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να αξιολογηθεί αν εξακολουθούν να υφίστανται οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκαν.
Για την κυβέρνηση Τραμπ οι εμπορικές συμφωνίες μπορούν να λειτουργήσουν ως κίνητρο, ώστε η Μόσχα να επιδιώξει μια νέα σχέση με την Ουάσιγκτον και να διευκολυνθεί ο τερματισμός της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου, αποτελούν βασικούς συνομιλητές του Ντμίτριεφ. Σε πρόσφατες συνομιλίες στην Αγία Πετρούπολη, ο Γουίτκοφ εξέφρασε την ικανοποίησή του για την απευθείας συνεργασία του Ρώσου αξιωματούχου με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, υποστηρίζοντας ότι οι συζητήσεις αναδεικνύουν τις μελλοντικές οικονομικές δυνατότητες των δύο χωρών.
Το μεγάλο παζάρι και οι επιπτώσεις των κυρώσεων
Η υπόθεση του RDIF δεν είναι μεμονωμένη. Οι συνομιλίες Ουάσιγκτον - Μόσχας περιλαμβάνουν σχέδια πώλησης μέρους της ρωσικής πετρελαϊκής Lukoil σε επενδυτικό σχήμα με διασυνδέσεις, πιθανή συνεργασία για την παραγωγή φυσικού αερίου στην Αλάσκα και προτάσεις για αύξηση των ρωσικών εξαγωγών αερίου προς την Ευρώπη. Οι πρωτοβουλίες αυτές προκαλούν ανησυχία σε ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ενισχύουν την εκτίμηση ότι η Μόσχα επιχειρεί να μετατρέψει την κινητικότητα γύρω από το Ουκρανικό σε ευκαιρία για την αποκατάσταση οικονομικών δεσμών με τη Δύση.
Η αμερικανική προσέγγιση, ωστόσο, διχάζει. Επικριτές της στρατηγικής, μεταξύ των οποίων και Ρεπουμπλικανοί, θεωρούν ότι η Ρωσία εξασφαλίζει οικονομικά οφέλη χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Ο Έρικ Γκριν, πρώην αξιωματούχος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας επί Μπάιντεν, εκτιμά ότι η άρση των κυρώσεων στο ταμείο θα έστελνε ισχυρό μήνυμα υποχώρησης από τη θέση ότι η οικονομική πίεση πρέπει να διατηρηθεί έως ότου υπάρξει διευθέτηση στην Ουκρανία.
Η επιρροή του Ντμίτριεφ στην αμερικανική κυβέρνηση ενισχύεται από την προσπάθειά του να παρουσιάσει τη Ρωσία ως ελκυστικό επιχειρηματικό εταίρο. Απόφοιτος του Χάρβαρντ και του Στάνφορντ, με επαφές σε χώρες του Κόλπου και στενές σχέσεις με το περιβάλλον του Πούτιν, έχει αναλάβει την προώθηση επενδυτικών σχεδίων και τη δημόσια προβολή της οικονομικής προσέγγισης. Είχε επίσης κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση και τη διεθνή διάθεση του ρωσικού εμβολίου κατά της Covid-19. Μετά την επανεκλογή Τραμπ, παρεμβαίνει συστηματικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπέρ της νέας αμερικανορωσικής συνεργασίας.
Η πιθανή χαλάρωση των κυρώσεων στο RDIF θα μπορούσε να αποτελέσει βήμα προς την επανένταξη ρωσικών κρατικών οργανισμών σε διεθνείς οικονομικές δραστηριότητες, πριν διασφαλιστεί πολιτική συμφωνία για την Ουκρανία. Για τη Μόσχα, οι εμπορικές συμφωνίες προσφέρουν την ευκαιρία να περιορίσει την απομόνωσή της και να αποκαταστήσει την πρόσβαση σε κεφάλαια και αγορές. Η Ουάσιγκτον, όμως, προσφέρει οικονομικά κίνητρα που μειώνουν τη διαπραγματευτική πίεση προς το Κρεμλίνο, χωρίς να εξασφαλίζει συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τη ρωσική πλευρά.