Πάγιες πρακτικές ιδιωτικών κλινικών, που καταλήγουν σε υψηλές και αυθαίρετες χρεώσεις των ασθενών, «φρενάρουν» οι αποφάσεις των δικαστηρίων.
Χαρακτηριστική είναι πρόσφατη απόφαση που «έριξε» το μεγαλύτερο μέρος των χρεώσεων, ύψους άνω των 17.000 ευρώ, που διεκδικούσε γνωστή ιδιωτική κλινική από ασθενή. Γενικότερα, τα δικαστήρια έχουν αρχίσει να εφαρμόζουν τον νόμο για την προστασία του καταναλωτή και σχετικά με τις νοσηλείες σε ιδιωτικές κλινικές και να ελέγχουν πολύ προσεκτικά ενδεχόμενες αυθαιρεσίες.
Κατάρριψη των «κρυφών» τιμοκαταλόγων
Η πρόσφατη απόφαση 4898/2026 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (την ασθενή εκπροσώπησε ο δικηγόρος Αθηνών, Διονύσης Θ. Μπαράτης) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα δικαστικής παρέμβασης απέναντι στην αδιαφάνεια των νοσηλίων. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η Ευρωκλινική Αθηνών διεκδικούσε από ασθενή το συνολικό ποσό των 17.122,35 ευρώ για δύο νοσηλείες (καρδιολογικής και γυναικολογικής φύσης) που πραγματοποιήθηκαν το 2018. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της οφειλής (περίπου 15.872 ευρώ) αφορούσε χρέωση για «αναβάθμιση» θέσης από τετράκλινο σε δίκλινο δωμάτιο.
Η κλινική στήριξε την αγωγή της στον ισχυρισμό ότι η ασθενής είχε υπογράψει, κατά την εισαγωγή της, δήλωση αναβάθμισης με την οποία αναλάμβανε να καλύψει εξ ιδίων τη διαφορά που δεν θα δικαιολογούσε ο ΕΟΠΥΥ ή η ιδιωτική της ασφάλιση (Interasco), με βάση τον τιμοκατάλογο της κλινικής.
Το δικαστήριο, ωστόσο, απέρριψε την αγωγή ως προς τη συμβατική της βάση, εστιάζοντας σε κομβικά σημεία που ανατρέπουν την πάγια πρακτική των ιδιωτικών θεραπευτηρίων:
- Αποδείχθηκε ότι ο θεράπων ιατρός (ως προστηθείς της κλινικής) και ο εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας είχαν πείσει την ασθενή ότι το σύνολο της νοσηλείας θα καλυπτόταν εξ ολοκλήρου. Το δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένης της ακραίας οικονομικής στενότητας της εναγόμενης (λόγω αναπηρίας 94% του συζύγου της και σοβαρών προβλημάτων υγείας του παιδιού της), δεν θα είχε ποτέ συναινέσει στη νοσηλεία αν γνώριζε ότι θα επιβαρυνθεί η ίδια, επιλέγοντας αντίθετα ένα δημόσιο νοσοκομείο.
- Ο προδιατυπωμένος όρος περί κάλυψης «εξ ιδίων» των ιατρικών δαπανών, που περιλαμβάνεται κατά κανόνα στα έντυπα εισαγωγής των ιδιωτικών κλινικών, κρίθηκε ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής διαπραγμάτευσης και ουσιαστικά ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τη ρητή προφορική συμφωνία πλήρους ασφαλιστικής κάλυψης.
- Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η κλινική δεν απέδειξε ποιος ήταν ο «τιμοκατάλογος», βάσει του οποίου υπολογίσθηκαν οι χρεώσεις, ούτε ότι η ασθενής είχε ενημερωθεί ρητά για το ύψος των χρεώσεων πριν τη νοσηλεία της. Μάλιστα, ο τιμοκατάλογος δεν προσκομίστηκε ποτέ, ούτε καν στο δικαστήριο.
Ελλείψει έγκυρης σύμβασης, το Πρωτοδικείο εξέτασε την υπόθεση αυστηρά υπό το πρίσμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Απέρριψε ολοσχερώς τις χρεώσεις «αναβάθμισης» ως αναπόδεικτες και επιδίκασε στην κλινική αποκλειστικά το ποσό των 957,33 ευρώ. Το ποσό αυτό προέκυψε με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας για το τι θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να καταβάλει η ασθενής σε οποιονδήποτε άλλο μέσο πάροχο για τις συγκεκριμένες, αμιγώς ιατρικές εξετάσεις και πράξεις (π.χ. 62 ευρώ για εξέταση, 726 ευρώ για χειρουργική επέμβαση).
Η ευρύτερη δικαστική τάση: Ο ασθενής προστατεύεται ως καταναλωτής
Η εν λόγω απόφαση δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταστροφή της αντίληψης των δικαστηρίων, που πλέον αντιμετωπίζουν τον ασθενή ως λήπτη υπηρεσιών υγείας και, κατ' επέκταση, ως «καταναλωτή» που υπάγεται στην προστατευτική ομπρέλα του Ν. 2251/1994.
Σε επίπεδο Ειρηνοδικείων και Πρωτοδικείων, παγιώνεται μια κατεύθυνση στις αποφάσεις, που ενταφιάζει τις λεγόμενες «λευκές επιταγές». Τα δικαστήρια ελέγχουν αυστηρά τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) στα έντυπα εισαγωγής των κλινικών, ακυρώνοντας ρήτρες που αναγκάζουν τον ασθενή να αποδεχθεί εκ των προτέρων άγνωστες χρεώσεις βάσει εσωτερικών καταλόγων. Η νομολογία πλέον απαιτεί από τα ιδιωτικά θεραπευτήρια πλήρη, διαυγή και εξατομικευμένη προ-συμβατική ενημέρωση του ασθενούς για το ακριβές ή το κατ' εκτίμηση κόστος της νοσηλείας του.
Παράλληλα, αυστηρότατος έλεγχος ασκείται και στις «συμβάσεις εγγύησης» που συχνά καλούνται να υπογράψουν συνοδοί και στενοί συγγενείς υπό συνθήκες ακραίας ψυχολογικής πίεσης, κατά την προσέλευση στα επείγοντα. Σωρεία αποφάσεων ακυρώνουν τέτοιες εγγυήσεις, κρίνοντας ότι οι κλινικές εκμεταλλεύονται την ανάγκη του συγγενούς για άμεση περίθαλψη του οικείου του προκειμένου να αποσπάσουν υπογραφές, δίχως ο εγγυητής να έχει εικόνα του οικονομικού βάρους που αναλαμβάνει, κάτι που προσκρούει ευθέως στα χρηστά ήθη.
Επιπλέον, η μετάθεση του βάρους της απόδειξης αποκλειστικά στον πάροχο υγείας σημαίνει πως ένα συγκεντρωτικό τιμολόγιο με γενικόλογες αναφορές σε «ιατρικά υλικά» ή «έξοδα χειρουργείου» δεν αρκεί πλέον για τη δικαστική επιδίκαση χρεών. Οι κλινικές καλούνται να αποδείξουν με κάθε λεπτομέρεια την ιατρική αναγκαιότητα και την ακριβή τιμολόγηση κάθε πράξης, διασφαλίζοντας ότι η μετάβαση στον ιδιωτικό τομέα υγείας δεν μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη οικονομική παγίδα.