Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης κυριαρχεί πλέον σε κάθε ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής και ιδιαίτερα στις εργασίες του ΝΑΤΟ. Ενίσχυση της άμυνας, αύξηση στρατιωτικών δαπανών, τεχνολογική ανεξαρτησία και απεξάρτηση από τις ΗΠΑ προβάλλονται ως οι βασικοί πυλώνες μιας νέας ευρωπαϊκής εποχής. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική αυτή, η πολιτική συνοχή στο εσωτερικό της ΕΕ δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται περισσότερο συντονισμένες απέναντι στις εξωτερικές προκλήσεις, όμως στο εσωτερικό των κρατών-μελών η πολιτική αστάθεια, η κοινωνική δυσαρέσκεια και η ενίσχυση εθνικιστικών και ακροδεξιών δυνάμεων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: όσο περισσότερο η ΕΕ επιχειρεί να εμφανιστεί ως ενιαία γεωπολιτική δύναμη, τόσο περισσότερο αυξάνονται οι φυγόκεντρες πιέσεις στο εσωτερικό της.
Η αλλαγή αυτή επιταχύνθηκε μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Οι πιέσεις της Ουάσιγκτον προς τους Ευρωπαίους συμμάχους για μεγαλύτερη ανάληψη του κόστους της άμυνας και η αυξητικά συγκρουσιακή στάση απέναντι στις Βρυξέλλες, ενίσχυσαν τις φωνές που ζητούν μια πιο ανεξάρτητη ευρωπαϊκή στρατηγική. Η συζήτηση πλέον δεν περιορίζεται στην αμυντική συνεργασία, αλλά επεκτείνεται στην παραγωγή ημιαγωγών, στην ενεργειακή ασφάλεια, ακόμη και στη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής.
Όμως, η μεγαλύτερη απειλή για την ευρωπαϊκή συνοχή δεν προέρχεται από το εξωτερικό αλλά από το ίδιο το εσωτερικό της Ένωσης.
Η πολυκρίση αλλάζει το πολιτικό τοπίο
Η Ευρώπη εξακολουθεί να βιώνει τις σωρευτικές επιπτώσεις μιας σειράς διαδοχικών κρίσεων. Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η πανδημία, η ενεργειακή αναταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο επίμονος πληθωρισμός, η γήρανση του πληθυσμού και οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον, στο οποίο μεγάλα τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών αισθάνονται ότι το βιοτικό επίπεδο παραμένει στάσιμο ή επιδεινώνεται.
Οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα σε πολλές χώρες, ενώ τα δημόσια συστήματα υγείας και κοινωνικής πρόνοιας αντιμετωπίζουν ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι κυβερνήσεις δεν καλούνται μόνο να διαχειρίζονται συνεχείς κρίσεις, αλλά και να αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η πολιτική συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι ήδη εμφανής. Στη Γερμανία και τη Γαλλία, τους δύο βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ακροδεξιά κόμματα βρίσκονται πιο κοντά στην εξουσία από οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντίστοιχες ανακατατάξεις καταγράφονται στην Ολλανδία, τη Δανία, την Τσεχία, τη Βουλγαρία και σε αρκετές ακόμη χώρες, όπου τα παραδοσιακά κόμματα χάνουν σταθερά την εκλογική τους βάση.
Τα δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης και οι χαμένες ευκαιρίες
Η ευρωπαϊκή απάντηση στην πανδημία αποτέλεσε μια σημαντική καμπή. Σε αντίθεση με τη σκληρή δημοσιονομική λιτότητα που ακολούθησε την κρίση χρέους, οι Βρυξέλλες επέλεξαν για πρώτη φορά τον κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό, χρηματοδοτώντας μέσω του προγράμματος NextGenerationEU περισσότερα από 800 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια.
Η φιλοσοφία του σχεδίου δεν περιοριζόταν στη στήριξη των οικονομιών κατά την πανδημία. Στόχος ήταν να χρηματοδοτηθεί μια νέα παραγωγική βάση, με επενδύσεις στην πράσινη μετάβαση, στις ψηφιακές τεχνολογίες και στη βιομηχανική ανασυγκρότηση.
Σε ορισμένες περιπτώσεις τα αποτελέσματα υπήρξαν θετικά. Η Ισπανία αξιοποίησε σημαντικό μέρος των πόρων για την επιτάχυνση της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη μείωση του ενεργειακού κόστους, ενώ η Ιταλία επένδυσε στην επέκταση του δικτύου σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας. Και στις δύο χώρες, οι ευρωπαϊκοί πόροι συνέβαλαν στη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης και στη συγκράτηση των δημόσιων οικονομικών.
Παρ' όλα αυτά, η συνολική εικόνα παραμένει μικτή. Σε αρκετές περιπτώσεις, σημαντικό μέρος των κονδυλίων χρησιμοποιήθηκε για την κάλυψη δημοσιονομικών κενών, ενώ μεγάλα έργα υποδομής αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις ή σημαντικές υπερβάσεις κόστους.
Παράλληλα, ο αρχικός φιλόδοξος σχεδιασμός της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας σταδιακά αποδυναμώθηκε υπό την πίεση πολιτικών αντιδράσεων και των νέων αμυντικών προτεραιοτήτων.
Από την πράσινη μετάβαση στον επανεξοπλισμό
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία άλλαξε ριζικά τις προτεραιότητες της ΕΕ. Η αρχική φιλοδοξία για ταχεία ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία συνδυάστηκε με την υπόσχεση μιας ακόμη ταχύτερης πράσινης μετάβασης.
Στην πράξη όμως, πολλές κυβερνήσεις επέλεξαν βραχυπρόθεσμες λύσεις. Οι εισαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) αυξήθηκαν θεαματικά, ορισμένα κράτη διατήρησαν ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα, ενώ η ενεργειακή πολιτική απέκτησε διαφορετικές κατευθύνσεις ανά χώρα. Η Γερμανία προχώρησε σε πλήρη κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας, ενώ η Γαλλία επένδυσε ακόμη περισσότερο στην πυρηνική παραγωγή ηλεκτρισμού.
Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή ατζέντα μετατοπίστηκε σταδιακά από την πράσινη ανάπτυξη προς τον επανεξοπλισμό. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών μετατράπηκε σε σχεδόν καθολική πολιτική επιλογή, ενώ νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως τα προγράμματα ReArmEurope και SAFE, προβάλλονται πλέον ως οι βασικοί μηχανισμοί στήριξης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
Η βασική υπόθεση εργασίας είναι ότι οι επενδύσεις στην άμυνα θα λειτουργήσουν ως μοχλός ανάπτυξης και επαναβιομηχάνισης. Ωστόσο, μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα παραμένουν περιορισμένα. Αρκετές χώρες εμφανίζονται επιφυλακτικές ως προς τη συμμετοχή τους, ενώ κυβερνήσεις όπως της Ιταλίας δίνουν προτεραιότητα στη στήριξη των νοικοκυριών απέναντι στο ενεργειακό κόστος, αντί στην αξιοποίηση νέων ευρωπαϊκών δανείων για αμυντικές δαπάνες.
Αυτονομία ή νέα εξάρτηση από τις ΗΠΑ;
Παρά τη συνεχή επίκληση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, η πραγματική σχέση ισχύος με τις ΗΠΑ φαίνεται να έχει αλλάξει λιγότερο απ' όσο υποδηλώνει η πολιτική ρητορική.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξακολουθούν να θεωρούν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία αναντικατάστατη για την ασφάλεια της ηπείρου. Η απόφαση πολλών κρατών-μελών του ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες έως το 5% του ΑΕΠ αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον, ενώ σημαντικό μέρος των νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων συνεχίζει να κατευθύνεται προς αμερικανικά οπλικά συστήματα.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στην οικονομία. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες, τις ενεργειακές εισαγωγές και τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές υποδομές που ελέγχονται από τις ΗΠΑ.
Ακόμη και στις εμπορικές σχέσεις, οι ευρωπαϊκοί συμβιβασμοί απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις έχουν προκαλέσει έντονες συζητήσεις στις Βρυξέλλες, ενισχύοντας την άποψη ότι η πολυδιαφημισμένη «ευρωπαϊκή αυτονομία» παραμένει περισσότερο πολιτική φιλοδοξία παρά πραγματικότητα.
Η ανεξαρτησία απαιτεί νέο οικονομικό μοντέλο
Η πραγματική στρατηγική ανεξαρτησία της Ευρώπης, σύμφωνα με όλο και περισσότερες αναλύσεις, δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην άμυνα. Προϋποθέτει φθηνότερη και ασφαλέστερη ενέργεια, μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή, τεχνολογική καινοτομία, διαφοροποίηση των διεθνών εμπορικών σχέσεων και ισχυρότερες επενδύσεις σε τομείς όπου η Ευρώπη ήδη διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το καθαρό υδρογόνο και οι τεχνολογίες βιοενέργειας.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να διευρύνουν το δίκτυο εμπορικών συνεργασιών με την Ινδία και τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, ενώ η σχέση με την Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα στρατηγικά διλήμματα της Ένωσης.
Η επιτυχία ή η αποτυχία αυτής της στρατηγικής θα καθορίσει τη διεθνή θέση της ΕΕ, αλλά -πρωτίστως- την πολιτική της σταθερότητα στο εσωτερικό. Χωρίς διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, η κοινωνική δυσαρέσκεια θα συνεχίσει να ενισχύει τις αντισυστημικές πολιτικές δυνάμεις, περιορίζοντας τις δυνατότητες των Βρυξελλών να εμφανιστούν ως πραγματικά αυτόνομος γεωπολιτικός παίκτης.
Α.Ν