Η προσωπικότητα δεν καθορίζεται από ένα ή λίγα «γονίδια του χαρακτήρα». Αντίθετα, φαίνεται να διαμορφώνεται από έναν τεράστιο αριθμό μικρών γενετικών διαφορών, οι οποίες αλληλεπιδρούν διαρκώς με το περιβάλλον και τις εμπειρίες ενός ανθρώπου. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μιας μεγάλης διεθνούς μελέτης που ανέλυσε περισσότερα από ένα εκατομμύριο γονιδιώματα.
Οι ερευνητές εξέτασαν τις πέντε βασικές διαστάσεις της προσωπικότητας, γνωστές στην ψυχολογία ως «Μεγάλη Πεντάδα»: εξωστρέφεια, συγκαταβατικότητα, ευσυνειδησία, νευρωτισμός και ανοιχτότητα στην εμπειρία. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που βρίσκονται σε ένα συνεχές -δεν είναι κανείς απλώς «εξωστρεφής» ή «εσωστρεφής»- και τα οποία τείνουν να παραμένουν σχετικά σταθερά κατά την ενήλικη ζωή.
Το ερώτημα που απασχολεί εδώ και δεκαετίες τους επιστήμονες είναι σε ποιον βαθμό αυτές οι διαφορές έχουν βιολογική βάση και, κυρίως, ποιοι συγκεκριμένοι γενετικοί μηχανισμοί εμπλέκονται. Η νέα έρευνα, με δεδομένα από 46 διαφορετικές μελέτες και ομάδες πληθυσμών, προσφέρει την πιο λεπτομερή μέχρι σήμερα εικόνα αυτής της γενετικής αρχιτεκτονικής.
Συνολικά εντοπίστηκαν 1.260 γενετικοί δείκτες που συνδέονται με χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, σχεδόν τα δύο τρίτα των οποίων δεν είχαν εντοπιστεί προηγουμένως. Για να περιορίσουν την πιθανότητα τα ευρήματα να οφείλονται σε οικογενειακές ή κοινωνικές συνθήκες, οι ερευνητές συνέκριναν επίσης χιλιάδες αδέλφια και ζεύγη γονέων και παιδιών.
Χιλιάδες μικρές γενετικές επιδράσεις
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν την Τετάρτη στο επιστημονικό περιοδικό Nature, ενισχύουν την αντίληψη ότι η προσωπικότητα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό με εξαιρετικά σύνθετη βιολογική βάση. Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο γονίδιο που να «καθορίζει» την εξωστρέφεια, την ευσυνειδησία ή τον νευρωτισμό. Υπάρχουν χιλιάδες γενετικές παραλλαγές, καθεμία από τις οποίες έχει πολύ μικρή επίδραση και μπορεί να εκφράζεται διαφορετικά ανάλογα με τις συνθήκες.
Η μελέτη εξέτασε περίπου 10 εκατομμύρια γενετικές παραλλαγές σε ολόκληρο το γονιδίωμα. Παρά τη μεγάλη κλίμακα, οι κοινές γενετικές διαφορές που εντοπίστηκαν εξηγούν μόλις περίπου 5% έως 10% της συνολικής διαφοροποίησης της προσωπικότητας μεταξύ των ανθρώπων.
Το ποσοστό αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ένα απλό «5%-10% γονίδια και το υπόλοιπο περιβάλλον». Το DNA και το περιβάλλον δεν λειτουργούν ως δύο ανεξάρτητες δυνάμεις. Οι εμπειρίες, οι κοινωνικές συνθήκες και οι επιλογές της ζωής μπορούν να ενεργοποιούν ή να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται οι γενετικές προδιαθέσεις.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα προέκυψε από τις συγκρίσεις μεταξύ συγγενών. Σε έρευνες για την εκπαιδευτική επίδοση μεγάλο μέρος της φαινομενικά «γενετικής» επίδρασης μπορεί να αντανακλά στην πραγματικότητα το οικογενειακό περιβάλλον και τα προνόμια που μεταβιβάζονται από τους γονείς. Στην περίπτωση της προσωπικότητας, όμως, οι αναλύσεις έδειξαν ότι περίπου 96% της γενετικής επίδρασης φαίνεται να προέρχεται πράγματι από το ίδιο το DNA και όχι από τέτοιους συγχυτικούς παράγοντες.
Από την εξωστρέφεια στον νευρωτισμό
Η εξωστρέφεια προσέφερε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας κλίμακας της έρευνας. Οι επιστήμονες εντόπισαν 258 διαφορετικές γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με το χαρακτηριστικό — περίπου 15 φορές περισσότερες από όσες ήταν γνωστές μέχρι σήμερα.
Υψηλότερη γενετική προδιάθεση για εξωστρέφεια συνδέθηκε με μικρότερο κίνδυνο για άγχος, κατάθλιψη και διαταραχή μετατραυματικού στρες, καταστάσεις στις οποίες η ψυχική δυσφορία στρέφεται περισσότερο προς τα μέσα. Ταυτόχρονα, η ίδια γενετική προδιάθεση συνδέθηκε με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως η ΔΕΠΥ, γεγονός που υπογραμμίζει πόσο δύσκολο είναι να μεταφραστούν τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας σε απλές «θετικές» ή «αρνητικές» βιολογικές επιδράσεις.
Η ευσυνειδησία, η οποία σχετίζεται με την οργάνωση, την παραγωγικότητα και την ικανότητα προγραμματισμού, εμφάνισε επίσης σαφείς συνδέσεις με συμπεριφορές της καθημερινότητας. Άτομα με υψηλότερη γενετική προδιάθεση για το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ήταν πιθανότερο να ασκούνται, να επιλέγουν τρόφιμα με λιγότερες θερμίδες και να κοιμούνται καλύτερα.
Οι γενετικοί δείκτες της ευσυνειδησίας μπορούσαν μάλιστα να συμβάλουν στην πρόβλεψη του ποιοι άνθρωποι θα εγκατέλειπαν τα αστικά κέντρα μέχρι την ηλικία των 50 ετών, για να εγκατασταθούν σε πιο εύπορα προάστια. Το εύρημα δεν σημαίνει ότι τα γονίδια «οδηγούν» κάποιον στα προάστια, αλλά ότι οι γενετικές προδιαθέσεις που σχετίζονται με συγκεκριμένες συμπεριφορές μπορούν να συνδέονται, σε βάθος χρόνου, με διαφορετικές επιλογές ζωής.
Ο νευρωτισμός, που περιγράφει την τάση προς μεγαλύτερη συναισθηματική αστάθεια και ευαισθησία σε αρνητικά συναισθήματα, εμφάνισε ακόμη ισχυρότερες συνδέσεις με την υγεία και τη συμπεριφορά. Συνδέθηκε με 10 διαφορετικές ψυχιατρικές διαταραχές, αλλά και με υψηλότερο δείκτη μάζας σώματος και αυξημένα ποσοστά καπνίσματος.
Οι άνθρωποι με γενετικά χαρακτηριστικά που συνδέονταν με υψηλότερο νευρωτισμό έδειχναν επίσης μεγαλύτερη αβεβαιότητα κατά τη διάρκεια των ερευνητικών δοκιμασιών, επιλέγοντας συχνότερα απαντήσεις όπως «δεν γνωρίζω». Επειδή ο νευρωτισμός αποτελεί σημαντικό παράγοντα πρόβλεψης για ορισμένες ψυχικές ασθένειες, τα νέα δεδομένα ενδέχεται να βοηθήσουν τους επιστήμονες να διερευνήσουν βαθύτερα τους βιολογικούς μηχανισμούς που προηγούνται της εκδήλωσής τους.
Τι αλλάζει στην κατανόηση της ψυχικής υγείας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι τα ευρήματα αμφισβητούν, χωρίς να καταρρίπτουν οριστικά, μια παλαιότερη υπόθεση για τον νευρωτισμό. Σύμφωνα με μια μακροχρόνια θεωρητική προσέγγιση, το χαρακτηριστικό συνδεόταν κυρίως με διαφορές στα επίπεδα σεροτονίνης. Η σχέση αυτή έχει ενισχυθεί έμμεσα από το γεγονός ότι φάρμακα που επηρεάζουν το σύστημα της σεροτονίνης μπορούν να είναι αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης και του άγχους.
Η νέα ανάλυση έδειξε ότι οι γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με τον νευρωτισμό είναι πράγματι ιδιαίτερα ενεργές σε εγκεφαλικά κύτταρα, χωρίς όμως να προκύπτει κάποια ιδιαίτερα έντονη σύνδεση με το σύστημα της σεροτονίνης. Το εύρημα δεν αρκεί για να αποκλείσει τη θεωρία, αλλά δημιουργεί αμφιβολίες για το κατά πόσο μπορεί να εξηγήσει από μόνη της τη βιολογική βάση του χαρακτηριστικού.
Η έρευνα έφερε επίσης μια αναπάντεχη απάντηση σε ένα διαφορετικό ερώτημα: πόσο μοιάζουν γενετικά τα ζευγάρια; Οι γενετιστές έχουν διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι συχνά επιλέγουν συντρόφους με παρόμοια χαρακτηριστικά σε τομείς όπως το μορφωτικό επίπεδο. Για τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όμως, η νέα μελέτη δεν εντόπισε σημαντική αντίστοιχη τάση. Οι γενετικές παραλλαγές που συνδέονται με την προσωπικότητα εμφανίζονταν στους συντρόφους σε μεγάλο βαθμό τυχαία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σύντροφοι δεν αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους. Στις πραγματικές προσωπικότητες,, και ειδικά στην ανοιχτότητα στην εμπειρία, παρατηρήθηκαν ορισμένες συσχετίσεις. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι η κοινή ζωή, οι ίδιες εμπειρίες και οι καθημερινές αλληλεπιδράσεις μπορούν σταδιακά να κάνουν δύο ανθρώπους περισσότερο όμοιους.
Από τα γονίδια στις επιλογές της ζωής
Η σημασία της μελέτης δεν έγκειται μόνο στον αριθμό των γενετικών παραλλαγών που εντοπίστηκαν, αλλά και στο τι επιτρέπει να εξεταστεί από εδώ και πέρα. Η προσωπικότητα συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα αποτελεσμάτων που έχουν πρακτική σημασία: από το εισόδημα και την εκπαίδευση έως τις επιλογές σχετικά με την υγεία, τις καθημερινές συνήθειες και τις κοινωνικές σχέσεις.
Η σύγχρονη γενετική δεν αντιμετωπίζει επομένως το DNA ως ένα προκαθορισμένο σενάριο ζωής. Τα ευρήματα δείχνουν περισσότερο ένα σύστημα προδιαθέσεων, το οποίο αλληλεπιδρά συνεχώς με το περιβάλλον. Η ίδια γενετική παραλλαγή μπορεί να έχει διαφορετικές συνέπειες σε διαφορετικές συνθήκες, ενώ οι εμπειρίες ενός ανθρώπου μπορούν με τη σειρά τους να επηρεάσουν την πορεία στην οποία θα εκδηλωθούν αυτές οι προδιαθέσεις.
Η μελέτη αποτελεί, με αυτή την έννοια, μια αναβίωση της γενετικής της προσωπικότητας. Στα τέλη του 20ού αιώνα, την εποχή των κλασικών μελετών διδύμων, η προσωπικότητα βρισκόταν στο επίκεντρο της συμπεριφορικής γενετικής. Την τελευταία δεκαετία, όμως, η έρευνα στον συγκεκριμένο τομέα δεν είχε γνωρίσει την ίδια ένταση με εκείνη που αφορούσε χαρακτηριστικά με άμεση ιατρική σημασία, όπως ο κίνδυνος εμφάνισης σχιζοφρένειας.
Η τεράστια βάση δεδομένων της νέας μελέτης αλλάζει αυτή την κατάσταση. Οι 1.260 γενετικοί δείκτες αποτελούν περισσότερο την αρχή παρά το τέλος της έρευνας. Με ακόμη μεγαλύτερα δείγματα, οι επιστήμονες αναμένεται να εντοπίσουν χιλιάδες επιπλέον παραλλαγές και να εξετάσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια πώς συνδέονται η προσωπικότητα, η ψυχική και σωματική υγεία, η αγορά εργασίας, η εκπαίδευση και η σταθερότητα των σχέσεων.